Θυμάμαι ένα δοκίμιο του Πέτερ Χάντκε για την κούραση: περάσαμε το μεγαλύτερο κομμάτι της νιότης μας κουρασμένοι• άυπνοι• καλοταϊσμένοι• όταν ήμασταν φοιτητές, ρωτούσαμε, ξεψυχισμένα, ο ένας τον άλλον: «τι κάνεις;»• απαντούσαμε: «είμαι κουρασμένος• είμαι πτώμα». Καινούργια σχολική χρονιά• καινούργια χρονιά μετά από πολυήμερες διακοπές στα νησιά της άγονης γραμμής. Ελεύθερο κάμπινγκ στην Ανάφη, στην Αστυπάλαια, στη Γαύδο διακοπές παρατεταμένης ταλαιπωρίας• καταδικασμένα καλοκαιρινά ρομάντζα• εγκαύματα• τσιμπήματα εντόμων• διατροφικά ατυχήματα• άσχημα μεθύσια από νησιώτικες μπόμπες. Έπειτα, φθινόπωρο• φοιτητική υπερδραστηριότητα• μια εκδοχή της τεμπελιάς: στα καφενεία οι φοιτητές έπαιζαν τάβλι. Είχαμε ήδη κουραστεί από τις συνελεύσεις, τις διαδηλώσεις, τις ενεργητικές απεργίες των άλλων, όταν αρχίσαμε τις δικές μας. Συμμετείχα απρόθυμα• το σώμα μου βρισκόταν εκεί, η ψυχή μου απουσίαζε• ένιωθα βαθιά κούραση• έκλεινα τ’ αυτιά μου κάτω από τις ντουντούκες• στα αμφιθέατρα καθόμουν στο τελευταίο έδρανο ώστε να το σκάσω. Οι φοιτητές του Χημείου κάπνιζαν με πάθος άφιλτρα Καρέλια• μιλούσαν με πάθος• διαπληκτίζονταν• ωστόσο, το πάθος τους έλειπε. Όσο για μένα, ήμουν κουρασμένη• δεν ήμουν τίποτ’ άλλο. Μαθήματα γίνονταν σπάνια• κάναμε «απεργίες»• οι φοιτητές εκλάμβαναν τους εαυτούς τους ως προλεταρίους του πνεύματος. Πνεύμα δεν υπήρχε, υπήρχαν όμως παιδιά προλεταρίων. Ούτε απ’ αυτά ήμουν: ζούσα μια μικρή ζωή, φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Αισθανόμουν τον χρόνο να γλιστράει και να χάνεται για πάντα• με διακατείχε η επίμονη ιδέα της πτώσης, της αποσύνθεσης, ενός είδους ναυτίας σαν του Αντουάν Ροκαντέν ενώ κοιτάζει το κοτόπουλο να παγώνει στο πιάτο του. Life is very long: πολλοί το σκέφτονταν χωρίς να ξέρουν ότι ο T.Σ. Έλιοτ μπήκε στον κόπο να το γράψει. Ήμασταν είκοσι χρονών. Υπήρχαν συνδικαλιστές (οι περισσότεροι από τους οποίους έγιναν κυβερνητικά στελέχη, γραφειοκράτες και επιχειρηματίες) που έμοιαζαν πάνω από σαράντα: διέθεταν ενδογενή σοβαρότητα• gravitas• υπευθυνότητα• πίστευαν ότι ήταν επιφορτισμένοι με κάποια ιερή αποστολή• άκουγαν σε ελληνοπρεπή ονόματα (π.χ. Μήτσος)• τα υποκοριστικά απαγορεύονταν ως ξενόφερτα και φλούφλικα. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες• άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Σεπτέμβριος 1978: το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να περάσω τα μαθήματα• να μην κηρύξουμε απεργία, να μην κηρύξουν οι καθηγητές λοκ-άουτ. Στην πραγματικότητα, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να βλάψω, αν μπορούσα, όσο μπορούσα, τη βλακεία• τη βλακεία του ΚΚΕ, τη βλακεία των μαοϊκών• τη βλακεία της γαλάζιας γενιάς. Το εγχείρημα παραήταν φιλόδοξο, κι εξάλλου ήμουν κατάκοπη. Διέπρεπα στην τέχνη της λούφας• στην τέχνη του να μη γίνω πρόβατο. Γινόταν συχνά λόγος για πρόβατα και για το τι παθαίνει κανείς όταν απομακρύνεται από το μαντρί. Μας απειλούσαν: Θα σε φάει ο λύκος. Έχω την αίσθηση ότι έζησα σε καθεστώς σοβιετικής δικτατορίας.
Στην πόλη αντηχούσαν αντάρτικα τραγούδια• η Τρίτη Διεθνής• άλλα λεβέντικα• το σύνθημα «επιστροφή στις ρίζες» δεν είχε κανένα νόημα: ελάχιστοι είχαν απομακρυνθεί από το μαντρί και από τις ρίζες. Τα πάρτι (ακόμα και των αναρχικών• ιδιαίτερα των αναρχικών) κατέληγαν σε τσιφτετέλια, σε χορούς της κοιλιάς και σε ερωτικές ιστορίες που, με τη σειρά τους, κατέληγαν στον γάμο. 'Ένιωθα κουρασμένη ανάμεσα σε μικρούς τυράννους και άλλο τόσο μικρούς σαδιστές, που ήταν κουρασμένοι κι αυτοί: ήθελα να βάλω φωτιά στον κόσμο• είχα τα σπίρτα, δεν είχα το σπιρτόκουτο. Οι φοιτητές ήταν έρμαια μιας φρενήρους κινητικότητας, δεν είχαν χρόνο να ξεκουραστούν• δεν είχαν χρόνο να σκεφτούν. Αν στην Ευρώπη ο Μάης του ’68 ήταν μια εξέγερση και μια μέθη, το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν μια συμμόρφωση: η οριστική προσκόλληση στην πουριτανική νηφαλιότητα. Η έξαψη οφειλόταν στον φανατισμό, η αγωνιστικότητα στο μικροαστικό άγχος: ψωμί, παιδεία, ελευθερία. (Σωστά, αλλά πώς; Τι σημαίνουν άραγε αυτές οι λέξεις; Τι σημαίνουν; ) Κι όμως, οι φοιτητές δεν φοβούνταν την πείνα, την αμορφωσιά και την ανελευθερία: φοβούνταν την εντατικοποίηση της εκπαίδευσης, τον κίνδυνο να χρειαστεί να διαβάσουμε (να «κουραστούμε») για να πάρουμε πτυχίο. Κατά τη γνώμη των συνδικαλιστών, τα πτυχία έπρεπε να χαρίζονται• η «αστική γνώση» τούς φαινόταν άχρηστη. Τι άλλο φοβούνταν: μήπως, μετά την αποφοίτηση, δεν καταφέρουν να στήσουν την επιχείρησή τους• μήπως δεν βρουν θέση
δημοσίου υπαλλήλου• μήπως δεν τρυπώσουν πουθενά. «Τρύπωμα»: η σταθερή επιδίωξη του Νεοέλληνα. Η ατμόσφαιρα στο πανεπιστήμιο ήταν αποπνικτική• συχνά σημειώνονταν επεισόδια υστερίας: μέσα στα άθλια κτήρια, τα γεμάτα αφίσες και συνθήματα, ακούγονταν κραυγές• αρκούσε να ανεβώ τα σκαλιά του χημείου για να με κατακλύσει η κούραση. Μια φίλη μου με προμήθευε με κουπόνια σίτισης• έτρωγα στην εστία• μια φορά έπαθα δηλητηρίαση• μιαν άλλη το κρέας φωσφόριζε• το έσπρωξα πάνω στο τραπέζι. Η ναυτία του Αντουάν Ροκαντέν μπροστά στο κοτόπουλο. Οι περισσότεροι φοιτητές τρέφονταν με γύρο• πιτόγυρο (με «απ’ όλα»: τζατζίκι, πατάτες...). Σε μερικούς, η μάνα τους έστελνε δέμα απ’ το χωριό: κοφίνι. Πίτες, αβγά, ντομάτες γεμιστές, λάδι. Καθώς και τα ρούχα τους, πλυμένα και σιδερωμένα (κάπου-κάπου τα τζιν έρχονταν πίσω με τσάκιση). Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: μάνα είναι μόνο μία. Υπήρχαν και μερικά καλά: τις εγκυμοσύνες τις κάναμε εκτρώσεις• κι όσο για τα λεφτά, λίγοι είχαν προλάβει να γίνουν παραδόπιστοι• δανείζαμε λεφτά και μηχανάκια• ήμασταν φιλόξενοι. Αφήναμε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα. Με τα χρόνια, οι κατάκοποι φοιτητές έγιναν κατάκοποι επαγγελματίες: όταν τους ρωτάς «τι κάνεις;», απαντούν «Αγώνας! Αγώνας!» Δεν εννοούν κοινωνικός αγώνας. Όχι.
Σώτη Τριανταφύλλου
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

1 σχόλιο:
apo pio biblio einai ayto?
Δημοσίευση σχολίου