Λοιπόν παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα σαν τον παππου που λεει παραμυθια
(και μη θυμωσετε που σας λεω παιδια μου,
μονο στα χρονια μπορει ναμαι πιο μεγαλος σε τιποτα αλλο
κι αυριο θα με πειτε εσεις: παιδι μου, και γω δε θα θυμωσω,
γιατι οσο θαναι νιοτη μες στον κοσμο θαμαι νεος
και να με λετε :παιδι μου παιδια μου),
λοιπον παιδια μου, συλλογιεμαι τωρα
να βρω μια λεξη να ταιριαζει στο μποι της λευτεριας
μητε πιο ψηλη, μητε πιο κοντη-
το περισσιο ειναι ψευτικο,
το λιγοστο ειναι ντροπαλο,
και γω δεν τοχω σκοπο να καμαρωσω
για τιποτα πιοτερο, για τιποτα λιγοτερο απο ανθρωπος.
Θα βρουμε το τραγουδι μας. Καλα παμε. Τι λες και συ συντροφε;
Καλα, καλα.
Βρασανε τα ραδικια. Λιγοστο το λαδι. Δεν πειραζει.
Περσευει η ορεξη κι η καρδια. Ειναι ωρα.
Εδω ειναι ενα φως αδελφικο-απλα τα χερια και τα ματια.
Εδω δεν ειναι ναμαι εγω πανω απο σενα, η εσυ πανω απο μενα.
Εδω ειναι ναναι ο καθενας μας πανω απο τον εαυτο του.
Εδω ειναι ενα φως αδελφικο, που τρεχει σαν ποταμι διπλα στον μεγαλο τοιχο.
Αυτο το ποταμι το ακουμε ως και μεσα στον υπνο μας.
Κι οταν κοιμομαστε, τονα μας χερι κρεμασμενο απ' οξω απ την κουβερτα,
βρεχεται μεσα σε τουτο το ποταμι.
Φτανει με δυο σταγονες μονο, απο τουτο το νερο να ραντισεις το προσωπο του εφιαλτη, και χανεται καπνος πισω απ' τα δεντρα.
Κι ο θανατος, δεν ειναι παρα ενα φυλλα που επεσε, για να θρεψει ενα φυλλο που ανεβαινει.
Τωρα το δεντρο σε κοιταει καταματα, μες τα φυλλα του, η ριζα σου δειχνει ολο το δρομο της,
κι εσυ κοιτας καταματα τον κοσμο-δεν εχεις τιποτα να κρυψεις.
Τα χερια σου ειναι καθατα, πλυμενα με το χοντρο σαπουνι του ηλιου,
τα χερια σου τ' αφηνεις στο συντροφικο τραπεζι ξεσκεπα,
τα εμπιστευεσαι στα χερια των συντροφων σου.
Η κινηση τους ειναι απλη, γεματη ακριβεια.
Κι οταν ακομη βγαζεις μια τριχα απ το σακακι του φιλου σου,
ειναι σαν να βγαζεις ενα φυλλο απ' το ημερολογιο
επιταχυνοντας το ρυθμο του κοσμου.
Μ' ολο που το ξερεις πως εχεις ακομη να κλαψεις πολυ
ωσπου να μαθεις τον κοσμο να γελαει.
Ενα τσουκαλι λοιπον. Τιποτ' αλλο.
Πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
βραζοντας, βραζοντας και τραγουδωντας,
βραζοντας πανω στου ηλιου τη φωτια, και τραγουδωντας.
Γιάννης Ρίτσος
Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ ΝΟ4
Εμεις, ωρες πολλες κοιταζαμε το ιδιο σημαδι,
πολλες ζωες το ψαξαμε τουτο το σημαδι,
ως να του εμπιστευτουμε την καρδια μας, και τα χερια μας.
Κι απ' αυτο που το κοιταξανε χιλιαδες πονεμενοι ανθρωποι,
παιρνει κατι απ' τα ματια μας, κι απ' το σμιξιμο των ματιων μας,
και μεγαλωνει, μεγαλωνει, μεγαλωνει,
οπως το ζυμαρι στη σκαφη, το δντρο στον ηλιο,
η ελπιδα στην καρδια μας.
Και τ' αλλα παλι, τα πολυ μεγαλα, τ' απιαστα κι αθωρητα,
απ' το πολυ που τα κοιταξαμε μαζι και τ' αγαπησαμε μαζι,
εγιναν πια δικα μας, ενα με μας, ταχουμε διπλα μας,
σαν την αλατιερα, σαν το πηρουνι, σαν το πιατο,
και τωρα το ιδιο απλα και γκαρδιακα, κοιταζουμε ενα φυλλο η ενα αστερι,
την πετρα οπου καθομαστε, η τα ψηλα φουγαρα του μελλοντος.
Η Καρδια μου σημερα, δε μοιαζει με κανενα συγνεφο,
χρυσο που λαμπαδιαζει στο λιογερμα,
μητε με κανεναν αγγελο που στρωνει το τραπεζι μες στα δεντρα του παραδεισου,
τιναζοντας με τ' ασπρα του φτερα τα ψιχουλα των αστρων
απ' τις γενειαδες των παλιων Αγιων.
Τιποτα τετοιο.
Η Καρδια μου ειναι τωρα ενα φαρδυ χωματενιο τσουκαλι,
που μπηκε πολλες φορες στη φωτια.
που μαγειρεψε χιλιαδες φορες για τους φτωχους
για τους ξωμαχους, για τους περαταρηδες
για τους εργατες και για τις πικρες μαναδες τους,
για τον πεινασμενο ηλιο, για τον κοσμο-ναι για ολο τον κοσμο-
ενα φτωχο, καπνισμενο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του,
που βραζει αγρια ραδικια του βουνου, κι αρια και που,
κανα κοψιδι κρεας,
κι απο κατου συδαυλιζουν τη φωτια τα πεινασμενα αδελφια μου,
καθενας βαζει και το ξυλο του,
καθενας καρτεραει το μερτικο του.
[.....................]
Αυτοι που περιμενουν στον ξυλινο παγκο,
ειναι οι φτωχοι, οι δικοι μας οι δυνατοι,
ειναι οι ξωμαχοι, οι σπουδαστες, κι οι προλεταριοι-
καθε τους λεξη ειναι ενα ποτηρι κρασι
μια γωνια μαυρο ψωμι
ενα δεντρο πλαι στο βραχο
ενα παραθυρο ανοιχτο στη λιακαδα.
Ειναι οι δικοι μας Χριστοι, οι δικοι μας Αγιοι.
Τα χοντρα τους παπουτσια ειναι σαν βαγονια με καρβουνο
τα χερια τους ειναι η σιγουρια-
αργασμενα χερια, σκληρα χερια, ροζιασμενα
με φαγωμενα νυχια, με αγριες τριχες
με το μεγαλο δαχτυλο φαρδυ οσο η ιστορια του ανθρωπου
με τη φαρδεια σπιθαμη σα γιοφυρι πανω απο το γκρεμο.
Τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, δεν ειναι μοναχα στα μητρωα των φυλακων,
φυλαγονται στα αρχεια της ιστοριας,
τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, ειναι οι πυκνες σιδηροδρομικες γραμμες,
που διασχιζουν το μελλον.
Κι η καρδια μου εμενα, τιποτα πιοτερο συντροφια μου, ενα πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του- τιποτ' αλλο.
Γεια σας συντροφοι.
Γιάννης Ρίτσος
πολλες ζωες το ψαξαμε τουτο το σημαδι,
ως να του εμπιστευτουμε την καρδια μας, και τα χερια μας.
Κι απ' αυτο που το κοιταξανε χιλιαδες πονεμενοι ανθρωποι,
παιρνει κατι απ' τα ματια μας, κι απ' το σμιξιμο των ματιων μας,
και μεγαλωνει, μεγαλωνει, μεγαλωνει,
οπως το ζυμαρι στη σκαφη, το δντρο στον ηλιο,
η ελπιδα στην καρδια μας.
Και τ' αλλα παλι, τα πολυ μεγαλα, τ' απιαστα κι αθωρητα,
απ' το πολυ που τα κοιταξαμε μαζι και τ' αγαπησαμε μαζι,
εγιναν πια δικα μας, ενα με μας, ταχουμε διπλα μας,
σαν την αλατιερα, σαν το πηρουνι, σαν το πιατο,
και τωρα το ιδιο απλα και γκαρδιακα, κοιταζουμε ενα φυλλο η ενα αστερι,
την πετρα οπου καθομαστε, η τα ψηλα φουγαρα του μελλοντος.
Η Καρδια μου σημερα, δε μοιαζει με κανενα συγνεφο,
χρυσο που λαμπαδιαζει στο λιογερμα,
μητε με κανεναν αγγελο που στρωνει το τραπεζι μες στα δεντρα του παραδεισου,
τιναζοντας με τ' ασπρα του φτερα τα ψιχουλα των αστρων
απ' τις γενειαδες των παλιων Αγιων.
Τιποτα τετοιο.
Η Καρδια μου ειναι τωρα ενα φαρδυ χωματενιο τσουκαλι,
που μπηκε πολλες φορες στη φωτια.
που μαγειρεψε χιλιαδες φορες για τους φτωχους
για τους ξωμαχους, για τους περαταρηδες
για τους εργατες και για τις πικρες μαναδες τους,
για τον πεινασμενο ηλιο, για τον κοσμο-ναι για ολο τον κοσμο-
ενα φτωχο, καπνισμενο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του,
που βραζει αγρια ραδικια του βουνου, κι αρια και που,
κανα κοψιδι κρεας,
κι απο κατου συδαυλιζουν τη φωτια τα πεινασμενα αδελφια μου,
καθενας βαζει και το ξυλο του,
καθενας καρτεραει το μερτικο του.
[.....................]
Αυτοι που περιμενουν στον ξυλινο παγκο,
ειναι οι φτωχοι, οι δικοι μας οι δυνατοι,
ειναι οι ξωμαχοι, οι σπουδαστες, κι οι προλεταριοι-
καθε τους λεξη ειναι ενα ποτηρι κρασι
μια γωνια μαυρο ψωμι
ενα δεντρο πλαι στο βραχο
ενα παραθυρο ανοιχτο στη λιακαδα.
Ειναι οι δικοι μας Χριστοι, οι δικοι μας Αγιοι.
Τα χοντρα τους παπουτσια ειναι σαν βαγονια με καρβουνο
τα χερια τους ειναι η σιγουρια-
αργασμενα χερια, σκληρα χερια, ροζιασμενα
με φαγωμενα νυχια, με αγριες τριχες
με το μεγαλο δαχτυλο φαρδυ οσο η ιστορια του ανθρωπου
με τη φαρδεια σπιθαμη σα γιοφυρι πανω απο το γκρεμο.
Τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, δεν ειναι μοναχα στα μητρωα των φυλακων,
φυλαγονται στα αρχεια της ιστοριας,
τα δαχτυλικα τους αποτυπωματα, ειναι οι πυκνες σιδηροδρομικες γραμμες,
που διασχιζουν το μελλον.
Κι η καρδια μου εμενα, τιποτα πιοτερο συντροφια μου, ενα πηλινο μαυρισμενο τσουκαλι,
που κανει καλα τη δουλεια του- τιποτ' αλλο.
Γεια σας συντροφοι.
Γιάννης Ρίτσος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ ΝΟ3
Και να αδελφε μου, που μαθαμε να κουβεντιαζουμε,
ησυχα-ησυχα κι απλα.
Καταλαβαινομαστε τωρα-δε χρειαζονται περισσοτερα.
Κι αυριο λεω θα γινουμε ακομα πιο απλοι,
θα βρουμε αυτα τα λογια, που παιρνουν το ιδιο βαρος,
σ' ολες τις καρδιες, σ' ολα τα χειλη,
ετσι να λεμε πια τα συκα: συκα, και τη σκαφη: σκαφη,
κι ετσι που να χαμογελανε οι αλλοι και να λενε:"τετοια ποιηματα,
σου φτιαχνουμε εκατο την ωρα".
Αυτο θελουμε και εμεις.
Γιατι εμεις,δεν τραγουδαμε για να ξεχωρισουμε, αδελφε μου απ' τον κοσμο.
Εμεις τραγουδαμε, για να σμιξουμε τον κοσμο.
[............................]
Α βεβαια, ολα τουτα θα πουν, δεν ειναι τιποτα.
Ομως εσυ αδελφε μου, ξερεις πως απο τουτα τα απλα λογια,
απο τουτες τις απλες πραξεις, απο τουτα τα απλα τραγουδια,
μεγαλωνει το μποι της ζωης, μεγαλωνει ο κοσμος,
μεγαλωνουμε.
Κι οχι να πειτε πουκανα και τιποτα σπουδαιο,
μονο που περασα και ακουμπησα στον ιδιο τοιχο,
που ακουμπησατε συντροφια μου,
μονο που διαβασα στα τμηματα μεταγωγων,
τα ονοματα των ηρωων και των μαρτυρων μας,
μονο που φορεσα τις ιδιες χειροπεδες που φορεσατε,
μονο που πονεσα μαζι σας, κι ονειρευτηκα μαζι σας,
μονο που σε βρηκα και βρηκες, συντροφε.
Ο Μπαρμπα-Χριστος, εχτισε το φουρνο του στρατοπεδου.
Ειχα σταθει και κοιταζα τα σιγουρα γεροντικα του χερια,
τουτα τα απλα, σοφα, συντροφικα του χερια-
ωρα την ωρα ο φουρνος ψηλωνε,
ψηλωνε ο κοσμος,
ψηλωνε η αγαπη,
κι οταν γευτηκα το πρωτο κομματι απ' το ζεστο καρβελι μας,
μ' αυτη τη γευση πηρα μεσα μου
κατι απ' τα σοφα χερια του γερο - χτιστη,
κατι απ' τα χερια ολων των συντροφων που ζυμωνουν το ψωμι του κοσμου,
εκεινη τη γαληνια σιγουρια του ανθρωπου
που φτιαχνει ωφελιμα κι απαραιτητα πραματα.
Γιάννης Ρίτσος
ησυχα-ησυχα κι απλα.
Καταλαβαινομαστε τωρα-δε χρειαζονται περισσοτερα.
Κι αυριο λεω θα γινουμε ακομα πιο απλοι,
θα βρουμε αυτα τα λογια, που παιρνουν το ιδιο βαρος,
σ' ολες τις καρδιες, σ' ολα τα χειλη,
ετσι να λεμε πια τα συκα: συκα, και τη σκαφη: σκαφη,
κι ετσι που να χαμογελανε οι αλλοι και να λενε:"τετοια ποιηματα,
σου φτιαχνουμε εκατο την ωρα".
Αυτο θελουμε και εμεις.
Γιατι εμεις,δεν τραγουδαμε για να ξεχωρισουμε, αδελφε μου απ' τον κοσμο.
Εμεις τραγουδαμε, για να σμιξουμε τον κοσμο.
[............................]
Α βεβαια, ολα τουτα θα πουν, δεν ειναι τιποτα.
Ομως εσυ αδελφε μου, ξερεις πως απο τουτα τα απλα λογια,
απο τουτες τις απλες πραξεις, απο τουτα τα απλα τραγουδια,
μεγαλωνει το μποι της ζωης, μεγαλωνει ο κοσμος,
μεγαλωνουμε.
Κι οχι να πειτε πουκανα και τιποτα σπουδαιο,
μονο που περασα και ακουμπησα στον ιδιο τοιχο,
που ακουμπησατε συντροφια μου,
μονο που διαβασα στα τμηματα μεταγωγων,
τα ονοματα των ηρωων και των μαρτυρων μας,
μονο που φορεσα τις ιδιες χειροπεδες που φορεσατε,
μονο που πονεσα μαζι σας, κι ονειρευτηκα μαζι σας,
μονο που σε βρηκα και βρηκες, συντροφε.
Ο Μπαρμπα-Χριστος, εχτισε το φουρνο του στρατοπεδου.
Ειχα σταθει και κοιταζα τα σιγουρα γεροντικα του χερια,
τουτα τα απλα, σοφα, συντροφικα του χερια-
ωρα την ωρα ο φουρνος ψηλωνε,
ψηλωνε ο κοσμος,
ψηλωνε η αγαπη,
κι οταν γευτηκα το πρωτο κομματι απ' το ζεστο καρβελι μας,
μ' αυτη τη γευση πηρα μεσα μου
κατι απ' τα σοφα χερια του γερο - χτιστη,
κατι απ' τα χερια ολων των συντροφων που ζυμωνουν το ψωμι του κοσμου,
εκεινη τη γαληνια σιγουρια του ανθρωπου
που φτιαχνει ωφελιμα κι απαραιτητα πραματα.
Γιάννης Ρίτσος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ ΝΟ2
Αυτα τα κοκκινα σημαδια στους τοιχους,μπορει ναναι κι απο αιμα.
ολο το κοκκινο στις μερες μας ειναι αιμα,
μπορει ναναι κι απ' το λιογερμα, που χτυπαει στον απεναντι τοιχο.
Καθε δειλι τα πραγματα κοκκινιζουν πριν σβησουν
και ο θανατος ειναι πιο κοντα. Εξω απ' τα καγκελα,
ειναι οι φωνες των παιδιων, και το σφυριγμα του τραινου.
Τοτε τα κελλια γινονται πιο στενα,
και πρεπει να σκεφτεις το φως σ' εναν καμπο με σταχυα,
και το ψωμι στο τραπεζι των φτωχων,
και τις μητερες να χαμογελανε στα παραθυα,
για να βρεις λιγο χωρο να απλωσεις τα ποδια σου.
Κεινες τις ωρες, σφιγγεις το χερι του συντροφου σου,
γινεται μια σιωπη γεματη δεντρα,
το τσιγαρο κομμενο στη μεση, γυριζει απο στομα σε στομα,
οπως ενα φαναρι που ψαχνει το δασος,- βρισκουμε τη φλεβα
που φτανει στην καρδια της ανοιξης, Χαμογελαμε.
Χαμογελαμε κατα μεσα. Αυτο το χαμογελο, το κρυβουμε τωρα.
Παρανομο χαμογελο-οπως παρανομος εγινε κι ο ηλιος,
παρανομη και η αληθεια.
Κρυβουμε το χαμογελο,
οπως κρυβουμε στην τσεπη μας, τη φωτογραφια της αγαπημενης μας,
οπως κρυβουμε την ιδεα της λευτεριας, αναμεσα στα δυο φυλλα της καρδιας μας.
Ολοι εδω περα εχουμε εναν ουρανο και το ιδιο χαμογελο.
Αυριο μπορει να μας σκοτωσουν. Αυτο το χαμογελο,
κι αυτον τον ουρανο, δεν μπορουν να μας τα παρουν.
Ξερουμε πως ο ισκιος μας, θα μεινει πανου στα χωραφια,
πανω στην πλιθινη μαντρα του φτωχοσπιτου,
πανω στους τοιχους των μεγαλων σπιτιων που θα χτιζονται αυριο,
πανου στην ποδια της μητερας, που καθαριζει φρεσκα φασολακια,
στη δροσερη αυλοπορτα.
Το ξερουμε.
Ευλογημενη ας ειναι η πικρα μας.
Ευλογημενη η αδελφοσυνη μας.
Ευλογημενος ο κοσμος που γεννιεται.
Γιάννης Ρίτσος
ολο το κοκκινο στις μερες μας ειναι αιμα,
μπορει ναναι κι απ' το λιογερμα, που χτυπαει στον απεναντι τοιχο.
Καθε δειλι τα πραγματα κοκκινιζουν πριν σβησουν
και ο θανατος ειναι πιο κοντα. Εξω απ' τα καγκελα,
ειναι οι φωνες των παιδιων, και το σφυριγμα του τραινου.
Τοτε τα κελλια γινονται πιο στενα,
και πρεπει να σκεφτεις το φως σ' εναν καμπο με σταχυα,
και το ψωμι στο τραπεζι των φτωχων,
και τις μητερες να χαμογελανε στα παραθυα,
για να βρεις λιγο χωρο να απλωσεις τα ποδια σου.
Κεινες τις ωρες, σφιγγεις το χερι του συντροφου σου,
γινεται μια σιωπη γεματη δεντρα,
το τσιγαρο κομμενο στη μεση, γυριζει απο στομα σε στομα,
οπως ενα φαναρι που ψαχνει το δασος,- βρισκουμε τη φλεβα
που φτανει στην καρδια της ανοιξης, Χαμογελαμε.
Χαμογελαμε κατα μεσα. Αυτο το χαμογελο, το κρυβουμε τωρα.
Παρανομο χαμογελο-οπως παρανομος εγινε κι ο ηλιος,
παρανομη και η αληθεια.
Κρυβουμε το χαμογελο,
οπως κρυβουμε στην τσεπη μας, τη φωτογραφια της αγαπημενης μας,
οπως κρυβουμε την ιδεα της λευτεριας, αναμεσα στα δυο φυλλα της καρδιας μας.
Ολοι εδω περα εχουμε εναν ουρανο και το ιδιο χαμογελο.
Αυριο μπορει να μας σκοτωσουν. Αυτο το χαμογελο,
κι αυτον τον ουρανο, δεν μπορουν να μας τα παρουν.
Ξερουμε πως ο ισκιος μας, θα μεινει πανου στα χωραφια,
πανω στην πλιθινη μαντρα του φτωχοσπιτου,
πανω στους τοιχους των μεγαλων σπιτιων που θα χτιζονται αυριο,
πανου στην ποδια της μητερας, που καθαριζει φρεσκα φασολακια,
στη δροσερη αυλοπορτα.
Το ξερουμε.
Ευλογημενη ας ειναι η πικρα μας.
Ευλογημενη η αδελφοσυνη μας.
Ευλογημενος ο κοσμος που γεννιεται.
Γιάννης Ρίτσος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ ΝΟ1
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω! Πολυ μακρυς αδελφε μου.
Οι χειροπεδες βαραιναν τα χερια. Τα βραδια
που ο μικρος γλομπος κουνουσε το κεφαλι του λεγοντας "περασε η ωρα"
εμεις διαβαζαμε την ιστορια του κοσμου σε μικρα ονοματα
σε καποιες χρονολογιες σκαλισμενες με το νυχι στους τοιχους
των φυλακων,
σε κατι παιδιαστικα σχεδια των μελλοθανατων
- μια καρδια, ενα τοξο, ενα καραβι που 'σκιζε σιγουρα το χρονο,
σε καποιους στιχους που εμειναν στη μεση για να τους τελειωσουμε,
σε καποιους στιχους που τελειωσαν για να μην τελειωσουμε.
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω -δυσκολος δρομος.
Τωρα ειναι δικος σου αυτος ο δρομος. Τον κρατας
οπως κρατας το χερι του φιλου σου, και μετρας το σφυγμο του,
πανου σε τουτο το σημαδι που αφησαν οι χειροπεδες.
Κανονικος σφιγμος. Σιγουρο χερι.
Κανονικος σφυγμος. Σιγουρος δρομος.
Διπλα σου, αυτος ο αναπηρος πριν κοιμηθει, βγαζει το ποδι του,
τ' αφηνει στην γωνια, ενα κουφιο ξυλινο ποδι,
πρεπει να το γεμισεις, οπως γεμιζεις τη γλαστρα με χωμα,
να φυτεψεις τα λουλουδια,
οπως γεμιζει το σκοταδι με αστερια,
οπως γεμιζει λιγο-λιγο η φτωχεια, στοχασμο κι αγαπη.
Τοχουμε αποφαση, μια μερα ολοι οι ανθρωποι ναχουνε δυο ποδια,
ενα χαρουμενο γεφυρι απο ματια σε ματια,
απο καρδια σε καρδια. Γι αυτο οπου καθησεις,
αναμεσα στα τσουβαλια του καταστρωματος, φευγοντας για την εξορια
πισω απο τα σιδερα του τμηματος μεταγωγων,
κοντα στο θανατο που δε λεει "αυριο",
αναμεσα σε χιλιαδες δεκανικια, απο πικρα σακατεμενα χρονια,
εσυ λες "αυριο", και καθεσαι ησυχος και βεβαιος,
οπως καθεται ενας δικαιος ανθρωπος αντικρυ στους ανθρωπους.
Γιάννης Ρίτσος
Οι χειροπεδες βαραιναν τα χερια. Τα βραδια
που ο μικρος γλομπος κουνουσε το κεφαλι του λεγοντας "περασε η ωρα"
εμεις διαβαζαμε την ιστορια του κοσμου σε μικρα ονοματα
σε καποιες χρονολογιες σκαλισμενες με το νυχι στους τοιχους
των φυλακων,
σε κατι παιδιαστικα σχεδια των μελλοθανατων
- μια καρδια, ενα τοξο, ενα καραβι που 'σκιζε σιγουρα το χρονο,
σε καποιους στιχους που εμειναν στη μεση για να τους τελειωσουμε,
σε καποιους στιχους που τελειωσαν για να μην τελειωσουμε.
Ηταν μακρυς ο δρομος ως εδω -δυσκολος δρομος.
Τωρα ειναι δικος σου αυτος ο δρομος. Τον κρατας
οπως κρατας το χερι του φιλου σου, και μετρας το σφυγμο του,
πανου σε τουτο το σημαδι που αφησαν οι χειροπεδες.
Κανονικος σφιγμος. Σιγουρο χερι.
Κανονικος σφυγμος. Σιγουρος δρομος.
Διπλα σου, αυτος ο αναπηρος πριν κοιμηθει, βγαζει το ποδι του,
τ' αφηνει στην γωνια, ενα κουφιο ξυλινο ποδι,
πρεπει να το γεμισεις, οπως γεμιζεις τη γλαστρα με χωμα,
να φυτεψεις τα λουλουδια,
οπως γεμιζει το σκοταδι με αστερια,
οπως γεμιζει λιγο-λιγο η φτωχεια, στοχασμο κι αγαπη.
Τοχουμε αποφαση, μια μερα ολοι οι ανθρωποι ναχουνε δυο ποδια,
ενα χαρουμενο γεφυρι απο ματια σε ματια,
απο καρδια σε καρδια. Γι αυτο οπου καθησεις,
αναμεσα στα τσουβαλια του καταστρωματος, φευγοντας για την εξορια
πισω απο τα σιδερα του τμηματος μεταγωγων,
κοντα στο θανατο που δε λεει "αυριο",
αναμεσα σε χιλιαδες δεκανικια, απο πικρα σακατεμενα χρονια,
εσυ λες "αυριο", και καθεσαι ησυχος και βεβαιος,
οπως καθεται ενας δικαιος ανθρωπος αντικρυ στους ανθρωπους.
Γιάννης Ρίτσος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
