Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009
ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΛΙΜΑ
Το Δεκέμβρη θα συνεδριάσουν στην Κοπεγχάγη οι ηγέτες διαφόρων κρατών για τα περιβαλλοντικά προβλήματα και την κλιματική αλλαγή. Θα αποφασίσουν για τις πολιτικές που πρέπει να ακολουθηθούν ώστε να σταματήσει η αλόγιστη περιβαλλοντική υποβάθμιση και η κλιματική αλλαγή. 'Ετσι οι δυο μεγαλύτερες περιβαλλοντικές οργανώσεις της χώρας Greenpeace και WWF ετοίμασαν την εκστρατεία "Μαζί για το κλίμα". Μπορείτε κι εσείς να συμμετέχετε με τον ελάχιστο αυτό τρόπο για ένα καλύτερο αύριο στον πλανήτη.
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009
ΕΥΤΥΧΙΑ...
Ξέρω τι είναι η ευτυχία
τη γνώρισα στο λόφο με τους ανεμόμυλους
τριγυρισμένος από απέραντο γαλάζιο
και κόσμους μικρούς, κοντινούς
και απόμακρους μαζί τα νησιά
με τον ήλιο να καίει τον ουρανό
και να σβήνει στη θάλασσα την ίδια ώρα
με τον άνεμο να μ' ανεβάζει στους αιθέρες
με το δροσερό φιλί κάποιας Μαρίας...
τη γνώρισα στο λόφο με τους ανεμόμυλους
τριγυρισμένος από απέραντο γαλάζιο
και κόσμους μικρούς, κοντινούς
και απόμακρους μαζί τα νησιά
με τον ήλιο να καίει τον ουρανό
και να σβήνει στη θάλασσα την ίδια ώρα
με τον άνεμο να μ' ανεβάζει στους αιθέρες
με το δροσερό φιλί κάποιας Μαρίας...
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009
ΕΚΛΟΓΕΣ 2009 Β
Με τα πρώτα exit poll καθώς τα λένε, ξεχύθηκε η αγέλη των σκύλων των κομματικών στους δρόμους, με κόρνες, σημαίες και αγριοφωνάρες πανηγυρίζοντας. Αυτή η ανόητη μάζα υπανθρώπων, η αποτελούμενη από λογιών λογιών αποβράσματα, αφισοκολλητές, πολιτευτές, βουλευτές χαίρεται για τη νίκη. Ποιά νίκη? τη νίκη του δικομματικού φασισμού? της αστικής ολιγαρχίας? τη νίκη της κοινοβουλευτικής δικτατορίας?
Αδέρφια τα πράγματα πλέον είναι επικίνδυνα. Ο ελληνικός λαός αποδεικνύεται αποχαυνωμένος από τη δικομματική προπαγάνδα και απόλυτα ηττημένος από την επιβολή της μεγαλοαστικής εξουσίας. Όχι μόνο ανέχεται τους φασίστες, αλλά τους υπηρετεί κιόλας. Ξυπνήστε! μην αφήνετε άλλο τους αλήτες να μας γαμάνε τη ζωή!Κάψτε τη βουλή! Ας πορευτούμε όλοι μαζί σε μια νέα αυτορογανωμένη και άμεσα δημοκρατική κοινωνία! Σκοτώστε τους φασίστες! Και είναι όλοι, πράσινοι κόκκινοι μπλέ...
Ήρθε η ώρα για την εγκαθίδρυση μιας πραγματικής δημοκρατίας και με το έργο τούτο είμαστε επιφορτισμένοι όλοι μαζί σα σύνολο και ο καθένας ξεχωριστά...
Αδέρφια τα πράγματα πλέον είναι επικίνδυνα. Ο ελληνικός λαός αποδεικνύεται αποχαυνωμένος από τη δικομματική προπαγάνδα και απόλυτα ηττημένος από την επιβολή της μεγαλοαστικής εξουσίας. Όχι μόνο ανέχεται τους φασίστες, αλλά τους υπηρετεί κιόλας. Ξυπνήστε! μην αφήνετε άλλο τους αλήτες να μας γαμάνε τη ζωή!Κάψτε τη βουλή! Ας πορευτούμε όλοι μαζί σε μια νέα αυτορογανωμένη και άμεσα δημοκρατική κοινωνία! Σκοτώστε τους φασίστες! Και είναι όλοι, πράσινοι κόκκινοι μπλέ...
Ήρθε η ώρα για την εγκαθίδρυση μιας πραγματικής δημοκρατίας και με το έργο τούτο είμαστε επιφορτισμένοι όλοι μαζί σα σύνολο και ο καθένας ξεχωριστά...
ΕΚΛΟΓΕΣ 2009
Πάμε όλοι μαζί να ψηφίσουμε αυτόν που θα επιλέξουμε να μας κυβερνήσει τη Δευτέρα. Πάμε να ψηφίσουμε ποιός θα αποφασίζει για τις τύχες μας, πάμε να ψηφίσουμε Γιώργο ή Κώστα. Καμιά ψήφος στα μικρά κόμματα, δεν είναι ψήφος ιδεολογίας, είναι ψήφος διαμαρτυρίας. Αυτό είναι το νόημα των εκλογών, έτσι πρέπει να σκεφτόμαστε αδέρφια. Καμιά παρέκλιση από τη λογική αυτή, πρέπει να είμαστε όλοι στρατιωτάκια σε τούτο το σύστημα της κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας. Δεχτείτε απόλυτη συμμετοχή και υποταγή στο τέλειο δημοκρατικό σύστημα με την πλειοψηφία επί του κοινοβουλίου και όχι επί του λαού...
Αλλά εμείς λέμε όχι. Δε συμμετέχουμε με καμιά ψήφο στο σύστημα που έστησε αυτός ο συρφετός από αμόρφωτους κομματόσκυλους, συνδικαλιστοειδή αποβράσματα και κοινωνικά παράσιτα που ζουν εις βάρος μας.
Όχι στην κομματική διαφθορά! Όχι στις προκατασκευασμένες κομματικές ιδεολογίες! Καμιά ανοχή στους καριόληδες!
Ήρθε η ώρα να φτύσουνε αίμα! Κανείς να μην ψηφίσει! Κάψτε τα εκλογικά κέντρα! Ρίξτε τη χώρα σε ακυβερνησία! Προκαλέστε ΧΑΟΣ! Να τους περιμένουμε στη γωνία τους γαμημένους!!!
ΑΣ ΕΡΘΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥΣ!!!
Αλλά εμείς λέμε όχι. Δε συμμετέχουμε με καμιά ψήφο στο σύστημα που έστησε αυτός ο συρφετός από αμόρφωτους κομματόσκυλους, συνδικαλιστοειδή αποβράσματα και κοινωνικά παράσιτα που ζουν εις βάρος μας.
Όχι στην κομματική διαφθορά! Όχι στις προκατασκευασμένες κομματικές ιδεολογίες! Καμιά ανοχή στους καριόληδες!
Ήρθε η ώρα να φτύσουνε αίμα! Κανείς να μην ψηφίσει! Κάψτε τα εκλογικά κέντρα! Ρίξτε τη χώρα σε ακυβερνησία! Προκαλέστε ΧΑΟΣ! Να τους περιμένουμε στη γωνία τους γαμημένους!!!
ΑΣ ΕΡΘΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥΣ!!!
Κυριακή 19 Ιουλίου 2009
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Νο 6
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα
Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος
οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος
ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται
Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο
Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου
του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει
Οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα
ο ακάθιστος γλάρος ο αργοπλεύστης
οι φωνές οι αδέσποτες της ερημίας
ενός ίσκιου το πέρασμα μέσα στον τοίχο
ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια
Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα-φλόκο
Στον γαρμπή τ' αρμενίζοντας πόντζα - λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ' αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια
Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει
μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ' Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ' απύθμενα
Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα
Η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή
η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια
ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οίηση των ερειπίων
τα βουνά τα βαρύθυμα τα μαστοφόρα
τα βουνά τα σαν ύφαλα μιας οπτασίας
τα κλεισμένα ολούθε και τα σαραντάπορα
Τα γεμάτα ψιλόβροχο σαν μοναστήρια
τα χωμένα στο πούσι των προβάτων
τα ήρεμα πηγαίνοντας καθώς βουκόλοι
με το μαύρο ζιμπούνι και με το πανωμάντιλο
Η Πίνδος, η Ροδόπη, ο Παρνασσός
ο Όλυμπος, ο Τυμφρηστός, ο Ταΰγετος
η Δίρφυς, ο Άθως, ο Αίνος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διάσελο που ανοίγει
αιωνίου γαλάζιου οδό στα νέφη
μια φωνή που παράπεσε μες στην κοιλάδα
μια ηχώ που σαν βάλσαμο την ήπιε η μέρα
Των βοδιών η προσπάθεια που σέρνουν
τους βαριούς ελαιώνες προς τη δύση
ο καπνός ο ατάραχος που πάει
των ανθρώπων τα έργα να διαλύσει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου:
ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη
Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική
Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο
Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία
Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα
Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός
Νυν η ταπείνωση των Θεών Νυν η σποδός του Άνθρωπου
Νυν Νυν το μηδέν
και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα
Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος
οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος
ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται
Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο
Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου
του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει
Οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα
ο ακάθιστος γλάρος ο αργοπλεύστης
οι φωνές οι αδέσποτες της ερημίας
ενός ίσκιου το πέρασμα μέσα στον τοίχο
ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια
Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα-φλόκο
Στον γαρμπή τ' αρμενίζοντας πόντζα - λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ' αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια
Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει
μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ' Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ' απύθμενα
Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα
Η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή
η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια
ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οίηση των ερειπίων
τα βουνά τα βαρύθυμα τα μαστοφόρα
τα βουνά τα σαν ύφαλα μιας οπτασίας
τα κλεισμένα ολούθε και τα σαραντάπορα
Τα γεμάτα ψιλόβροχο σαν μοναστήρια
τα χωμένα στο πούσι των προβάτων
τα ήρεμα πηγαίνοντας καθώς βουκόλοι
με το μαύρο ζιμπούνι και με το πανωμάντιλο
Η Πίνδος, η Ροδόπη, ο Παρνασσός
ο Όλυμπος, ο Τυμφρηστός, ο Ταΰγετος
η Δίρφυς, ο Άθως, ο Αίνος
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διάσελο που ανοίγει
αιωνίου γαλάζιου οδό στα νέφη
μια φωνή που παράπεσε μες στην κοιλάδα
μια ηχώ που σαν βάλσαμο την ήπιε η μέρα
Των βοδιών η προσπάθεια που σέρνουν
τους βαριούς ελαιώνες προς τη δύση
ο καπνός ο ατάραχος που πάει
των ανθρώπων τα έργα να διαλύσει
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου:
ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη
Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική
Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο
Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία
Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα
Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός
Νυν η ταπείνωση των Θεών Νυν η σποδός του Άνθρωπου
Νυν Νυν το μηδέν
και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Νο 5
Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα
με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά
και το πράο στο δέρμα χρυσάφισμα.
Μες στα χόρτα προβαίνω, με το γόνατο πλώρη
κι η ανάσα μου διώχνει απ' την όψη της γης
τις στερνές τολύπες του ύπνου.
Και τα δέντρα βαδίζουν στο πλάι μου, εναντίον του ανέμου.
Μεγάλα μυστήρια βλέπω και παράδοξα:
Κρήνη την κρύπτη της Ελένης.
Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού.
Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα.
Όθε με δόξα θα περάσω.
Τα λόγια που με πρόδωσαν και τα ραπίσματα έχοντας
γίνει μυρτιές και φοινικόκλαρα:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!
Ηδονή καρπού βλέπω τη στέρηση.
Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα
τους χρόνους της οργής πίσω απ' τα σίδερα.
Και γιαλόν απέραντο, από μαγγανεία ωραίων ματιών βρεμένο
τον βυθό της Μαρίνας.
Όπου αγνός θα περπατήσω.
Τα δάκρυα που με πρόδωσαν και οι ταπεινώσεις έχοντας
γίνει πνοές και ανέσπερα πουλιά:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!
Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν κορίτσια κυανά
κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
Γενεές μυρτιάς μ' αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού
άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντος τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας
αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης
μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.
Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.
Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.
Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι' αυτών τα δόντια η ρώγα που μεθά
στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματα μου!
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.
Τώρα μ' ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα
με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά
και το πράο στο δέρμα χρυσάφισμα.
Μες στα χόρτα προβαίνω, με το γόνατο πλώρη
κι η ανάσα μου διώχνει απ' την όψη της γης
τις στερνές τολύπες του ύπνου.
Και τα δέντρα βαδίζουν στο πλάι μου, εναντίον του ανέμου.
Μεγάλα μυστήρια βλέπω και παράδοξα:
Κρήνη την κρύπτη της Ελένης.
Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού.
Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα.
Όθε με δόξα θα περάσω.
Τα λόγια που με πρόδωσαν και τα ραπίσματα έχοντας
γίνει μυρτιές και φοινικόκλαρα:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!
Ηδονή καρπού βλέπω τη στέρηση.
Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα
τους χρόνους της οργής πίσω απ' τα σίδερα.
Και γιαλόν απέραντο, από μαγγανεία ωραίων ματιών βρεμένο
τον βυθό της Μαρίνας.
Όπου αγνός θα περπατήσω.
Τα δάκρυα που με πρόδωσαν και οι ταπεινώσεις έχοντας
γίνει πνοές και ανέσπερα πουλιά:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!
Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν κορίτσια κυανά
κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
Γενεές μυρτιάς μ' αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού
άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντος τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας
αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης
μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.
Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.
Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.
Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι' αυτών τα δόντια η ρώγα που μεθά
στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματα μου!
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.
Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Νο 4
Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ' ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ' το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ' αγάλματα!
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ' ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ' το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ' αγάλματα!
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Νο 3
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;
Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιών, πόσων οι στρατιές;
Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Νο2
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική·
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Όμηρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Όμηρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια·
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Όμηρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Όμηρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια·
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ Νο1
Η ΓΕΝΕΣΙΣ
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
....
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος
με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
γραμμές
ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές
μία μέσα στην άλλη
στεριές μεγάλες που ένιωσα
να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση
Τόσο ήταν αλήθεια
που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα
έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
Ύστερα πιο νωχελικά
οι λόφοι οι κατωφέρειες
άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση
τα λαγκάδια οι κάμποι
κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
δυνατές πολύ παρορμήσεις
Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
«Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
και αφού πεθάνεις» είπε
Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
κι απ' τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
ένα γύρο σ' όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε σκαλοπάτια
Εκεί μόνος απίθωσε
κρήνες λευκές μαρμάρινες
μύλους ανέμων
τρούλους ρόδινους μικρούς
και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
Κι επειδή συλλογίστηκεν
ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε
και στροφή γύρω του κάνοντας μ' ανοιχτές παλάμες έσπειρε
φλόμους κρόκους καμπανούλες
όλων των ειδών της γης τ' αστέρια
τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
και υπεροχή και δύναμη
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα η μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ' ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ' εικόνα
και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από 'να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
«Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το 'χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ' ακριβό του τ' όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις που ν' απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη»
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
«ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟΝ ανάγκη να τον βλέπεις και να τον λαβαίνεις»
είπε: «Κοίταξε!» Και τα μάτια μου έριξαν τη σπορά
γρηγορότερα τρέχοντας κι από βροχή
τα χιλιάδες απάτητα στρέμματα
Σπίθες ρίζα μες στο σκότος πιάνοντας και νερών άξαφνων πίδακες
Η σιγή που εκχέρσωνα για ν' αποθέσω
γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά
Το ξινάρι ακόμη μες στα χέρια μου
τα μεγάλα είδα κοντόποδα φυτά, γυρίζοντας το πρόσωπο
άλλα υλακώντας άλλα βγάζοντας τη γλώσσα:
Να το σπαράγγι να ο ριθιός
να το σγουρό περσέμολο
το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι
ο στύφνος και το μάραθο
Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν' αρθρώσω
«Εύγε» μου είπε «και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις
Και μια μέρα θα 'ρθει βοηθούς ν' αποκτήσεις
Θυμήσου:
τον αγχέμαχο Ζέφυρο
το ερεβοκτόνο ρόδι
τα φλεγόμενα ωκύποδα φιλιά»
Και ο λόγος του χάθηκε σαν ευωδιά
Η ώρα εννιά χτύπησε πέρδικα τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
αλληλέγγυα στάθηκαν τα σπίτια
και μικρά και τετράγωνα
με καμάρα λευκή και λουλακί πορτόφυλλο
Κάτω απ' την κληματαριά
ώρες εκεί ρέμβασα
με μικρά μικρά τιτιβίσματα
κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα:
Να το πιπίνι να το λελέκι
να το γυφτοπούλι
ο νυχτοπάτης και η νερόκοτα
ήταν και ο μπόμπιρας εκεί
και το αλογάκι που λεν της Παναγίας
Η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο
και πάλι δύο οι θάλασσες
και η τρίτη ανάμεσα -λεμονιές κιτριές μανταρινιές-
και ο άλλος μαΐστρος με τ' απάνω του αψηλό μπογάζι
αλλοιώνοντας τ' οζόνιο τ' ουρανού
Χαμηλά στων φύλλων τον πυθμένα
η τριβίδα η λεία
τ' αυτάκια των ανθών
κι ο θαλλός ο αδημονώντας και είναι
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
....
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος
με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
γραμμές
ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές
μία μέσα στην άλλη
στεριές μεγάλες που ένιωσα
να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση
Τόσο ήταν αλήθεια
που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα
έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
Ύστερα πιο νωχελικά
οι λόφοι οι κατωφέρειες
άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση
τα λαγκάδια οι κάμποι
κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
δυνατές πολύ παρορμήσεις
Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
«Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
και αφού πεθάνεις» είπε
Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
κι απ' τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
ένα γύρο σ' όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε σκαλοπάτια
Εκεί μόνος απίθωσε
κρήνες λευκές μαρμάρινες
μύλους ανέμων
τρούλους ρόδινους μικρούς
και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
Κι επειδή συλλογίστηκεν
ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
«Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις» είπε
και στροφή γύρω του κάνοντας μ' ανοιχτές παλάμες έσπειρε
φλόμους κρόκους καμπανούλες
όλων των ειδών της γης τ' αστέρια
τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
και υπεροχή και δύναμη
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα η μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ' ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ' εικόνα
και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από 'να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε
«Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το 'χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ' ακριβό του τ' όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις που ν' απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη»
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
«ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟΝ ανάγκη να τον βλέπεις και να τον λαβαίνεις»
είπε: «Κοίταξε!» Και τα μάτια μου έριξαν τη σπορά
γρηγορότερα τρέχοντας κι από βροχή
τα χιλιάδες απάτητα στρέμματα
Σπίθες ρίζα μες στο σκότος πιάνοντας και νερών άξαφνων πίδακες
Η σιγή που εκχέρσωνα για ν' αποθέσω
γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά
Το ξινάρι ακόμη μες στα χέρια μου
τα μεγάλα είδα κοντόποδα φυτά, γυρίζοντας το πρόσωπο
άλλα υλακώντας άλλα βγάζοντας τη γλώσσα:
Να το σπαράγγι να ο ριθιός
να το σγουρό περσέμολο
το τζεντζεφύλλι και το πελαργόνι
ο στύφνος και το μάραθο
Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν' αρθρώσω
«Εύγε» μου είπε «και ανάγνωση γνωρίζεις
και πολλά μέλλει να μάθεις
αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις
Και μια μέρα θα 'ρθει βοηθούς ν' αποκτήσεις
Θυμήσου:
τον αγχέμαχο Ζέφυρο
το ερεβοκτόνο ρόδι
τα φλεγόμενα ωκύποδα φιλιά»
Και ο λόγος του χάθηκε σαν ευωδιά
Η ώρα εννιά χτύπησε πέρδικα τη βαθιά καρδιά της ευφωνίας
αλληλέγγυα στάθηκαν τα σπίτια
και μικρά και τετράγωνα
με καμάρα λευκή και λουλακί πορτόφυλλο
Κάτω απ' την κληματαριά
ώρες εκεί ρέμβασα
με μικρά μικρά τιτιβίσματα
κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα:
Να το πιπίνι να το λελέκι
να το γυφτοπούλι
ο νυχτοπάτης και η νερόκοτα
ήταν και ο μπόμπιρας εκεί
και το αλογάκι που λεν της Παναγίας
Η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο
και πάλι δύο οι θάλασσες
και η τρίτη ανάμεσα -λεμονιές κιτριές μανταρινιές-
και ο άλλος μαΐστρος με τ' απάνω του αψηλό μπογάζι
αλλοιώνοντας τ' οζόνιο τ' ουρανού
Χαμηλά στων φύλλων τον πυθμένα
η τριβίδα η λεία
τ' αυτάκια των ανθών
κι ο θαλλός ο αδημονώντας και είναι
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
Σάββατο 28 Μαρτίου 2009
ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Κάψτε τα πανεπιστήμια!
Μόνο τότε θα αποκτήσετε
την πραγματική και ελεύθερη γνώση...
Μόνο τότε θα αποκτήσετε
την πραγματική και ελεύθερη γνώση...
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ
Σκέψη δίχως ασυλία,
ακολουθεί την οδηγία
Μυαλά σε αχρηστία
Σπουδές μεγίστη μαλακία
Πανεπιστημιακή δουλεία...
ακολουθεί την οδηγία
Μυαλά σε αχρηστία
Σπουδές μεγίστη μαλακία
Πανεπιστημιακή δουλεία...
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ...
...Πάρε το βασικό πτυχίο με βαθμό
Μάθε αγγλικά
Μάθε γερμανικά
Μάθε γαλλικά
Τρεις γλώσσες οπωσδήποτε!
Κάνε μεταπτυχιακό
Μάθε υπολογιστές
Μάθε το τάδε πρόγραμμα
Μάθε το δείνα πρόγραμμα
Παρακολούθα το ένα σεμινάριο
Παρακολούθα το άλλο σεμινάριο.
Μπράβο τώρα είσαι έτοιμος να πιάσεις δουλειά στην εταιρία μας.
12ωρο, αργίες μόνο Κυριακή, άδεια 10 μέρες το χρόνο, 1000 ευρώ.
Άντε και καλή αρχή...
Μάθε αγγλικά
Μάθε γερμανικά
Μάθε γαλλικά
Τρεις γλώσσες οπωσδήποτε!
Κάνε μεταπτυχιακό
Μάθε υπολογιστές
Μάθε το τάδε πρόγραμμα
Μάθε το δείνα πρόγραμμα
Παρακολούθα το ένα σεμινάριο
Παρακολούθα το άλλο σεμινάριο.
Μπράβο τώρα είσαι έτοιμος να πιάσεις δουλειά στην εταιρία μας.
12ωρο, αργίες μόνο Κυριακή, άδεια 10 μέρες το χρόνο, 1000 ευρώ.
Άντε και καλή αρχή...
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ FIGHT CLUB
Στον κόσμο που οραματίζομαι
κυνηγάς ελάφια στα δάση του Grand Canyon
γύρω από τα ερείπια του Rockefeller Center
Φοράς δερμάτινα ρούχα που κρατούν για πάντα
Σκαρφαλώνεις κληματόβεργες που τυλίγουν ουρανοξύστες
Κοιτάζεις κάτω τις μικροσκοπικές φιγούρες να κοπανούν καλαμπόκι
ν' αραδιάζουν κρέας ελαφιού στις άδειες λωρίδες κάποιου εγκαταλειμμένου υπεραυτοκινητόδρομου...
κυνηγάς ελάφια στα δάση του Grand Canyon
γύρω από τα ερείπια του Rockefeller Center
Φοράς δερμάτινα ρούχα που κρατούν για πάντα
Σκαρφαλώνεις κληματόβεργες που τυλίγουν ουρανοξύστες
Κοιτάζεις κάτω τις μικροσκοπικές φιγούρες να κοπανούν καλαμπόκι
ν' αραδιάζουν κρέας ελαφιού στις άδειες λωρίδες κάποιου εγκαταλειμμένου υπεραυτοκινητόδρομου...
Τρίτη 3 Μαρτίου 2009
ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ
Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;
Ντίνος Χριστιανόπουλος
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ
Ξέσπασε μπόρα κι ήτανε πρωί
στη γη την κολασμένη
άλλοι στα χέρια πήραν τη ζωή
κι άλλοι είναι προδομένοι
Έπαψε πια το αηδόνι να λαλεί
στης λεμονιάς τα φύλλα
άλλοι την στράτα πήραν την καλή
κι άλλοι την κατρακύλα
Τι μας έμεινε Νικήτα
γύρνα πίσω σου και κοίτα
Χιλιάδες χρόνια πάνω στον τροχό
Ποιος θυμάται πες μου τον φτωχό
Τι μας έμεινε Λευτέρη,
πού 'ναι του Θεού το χέρι
να κάψει το φονιά και το ληστή
και καινούργιος κόσμος να χτιστεί.
Νίκος Γκάτσος
στη γη την κολασμένη
άλλοι στα χέρια πήραν τη ζωή
κι άλλοι είναι προδομένοι
Έπαψε πια το αηδόνι να λαλεί
στης λεμονιάς τα φύλλα
άλλοι την στράτα πήραν την καλή
κι άλλοι την κατρακύλα
Τι μας έμεινε Νικήτα
γύρνα πίσω σου και κοίτα
Χιλιάδες χρόνια πάνω στον τροχό
Ποιος θυμάται πες μου τον φτωχό
Τι μας έμεινε Λευτέρη,
πού 'ναι του Θεού το χέρι
να κάψει το φονιά και το ληστή
και καινούργιος κόσμος να χτιστεί.
Νίκος Γκάτσος
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009
ΑΚΙΝΔΥΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ
Όσοι γελούν κι όσοι χλευάζουν
Όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι θρηνούν κι όσοι γιορτάζουν
Όσοι τον πόνο ή τη χαρά γυμνοί αγκαλιάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι αγρυπνούν και δε δειλιάζουν
Όσοι σωπαίνουν κι όσοι απόκοσμα ουρλιάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι γελούν κι όσοι χλευάζουν
Όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι γελούν κι όσοι χλευάζουν
Όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι αγαπούν κι όσοι σπαράζουν
Όσοι ονειρεύονται έναν κόσμο πιο ζεστό
Όσοι Δε σκύβουν ούτε διατάζουν
Όσοι τη βρίσκουν με τραγούδια σαν αυτό
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Οι ονειροπόλοι, οι χαμένοι, οι τρελοί
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Θα έπρεπε κιόλας να ‘χουν ήδη συλληφθεί
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Οι μεθυσμένοι απ’ το θεό, οι εθισμένοι στη ζωή
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Θα έπρεπε κιόλας να ‘χουν ήδη συλληφθεί
Γιάννης Αγγελάκας
Όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι θρηνούν κι όσοι γιορτάζουν
Όσοι τον πόνο ή τη χαρά γυμνοί αγκαλιάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι αγρυπνούν και δε δειλιάζουν
Όσοι σωπαίνουν κι όσοι απόκοσμα ουρλιάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι γελούν κι όσοι χλευάζουν
Όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι γελούν κι όσοι χλευάζουν
Όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Όσοι αγαπούν κι όσοι σπαράζουν
Όσοι ονειρεύονται έναν κόσμο πιο ζεστό
Όσοι Δε σκύβουν ούτε διατάζουν
Όσοι τη βρίσκουν με τραγούδια σαν αυτό
Είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν
Είναι επικίνδυνοι
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Οι ονειροπόλοι, οι χαμένοι, οι τρελοί
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Θα έπρεπε κιόλας να ‘χουν ήδη συλληφθεί
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Οι μεθυσμένοι απ’ το θεό, οι εθισμένοι στη ζωή
Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί
Θα έπρεπε κιόλας να ‘χουν ήδη συλληφθεί
Γιάννης Αγγελάκας
Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΕΗ
Ο καλλιτέχνης είναι ο δημιουργός ωραίων πραγμάτων.
Σκοπός της τέχνης είναι να αποκαλύπτει τον εαυτό της και να κρύβει τον καλλιτέχνη.
Κριτικός είναι αυτός που μπορεί να μεταφράζει με έναν άλλο τρόπο ή σ' ένα νέο υλικό την εντύπωση που του δημιουργούν τα ωραία πράγματα.
Η υψηλότερη, όπως και η κατώτερη μορφή κριτικής είναι η αυτοβιογραφία.
Εκείνοι που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι κακό.
Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι καλλιεργημένοι. Γι' αυτούς υπάρχει ελπίδα.
Υπάρχουν οι εκλεκτοί για τους οποίους τα ωραία πράγματα σημαίνουν μόνο ομορφιά.
Δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο.
Η αντιπάθεια του δέκατου ένατου αιώνα για το Ρεαλισμό είναι η λύσσα του Κάλιμπαν που βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.
Η ηθική ζωή του ανθρώπου αποτελεί μέρος του υλικού που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης, αλλά η ηθικότητα της τέχνης συνίσταται στην τέλεια χρήση ενός μέσου που δεν είναι τέλειο. Κανένας καλλιτέχνης δεν επιθυμεί να αποδείξει κάτι. Ακόμη και τα πράγματα που είναι αληθινά, μπορούν να αποδειχτούν.
Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει ηθικές συμπάθειες. Μια ηθική συμπάθεια σ' έναν καλλιτέχνη αποτελεί ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους.
Ένας καλλιτέχνης δε μπορεί ποτέ να είναι νοσηρός. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράσει τα πάντα.
Η σκέψη και η γλώσσα είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του.
Η κακία και η αρετή είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του.
Από την άποψη της μορφής, ο τύπος για όλες τις τέχνες είναι η τέχνη της μουσικής. Από την άποψη του αισθήματος πρότυπο είναι η τέχνη του ηθοποιού.
Όλη η τέχνη είναι συγχρόνως επιφάνεια και σύμβολο.
Εκείνοι που προχωρούν πέρα από την επιφάνεια, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.
Εκείνοι που διαβάζουν το σύμβολο το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.
Είναι ο θεατής και όχι η ζωή, αυτό που αντικαθρεφτίζει στην πραγματικότητα η τέχνη.
Ο διχασμός των απόψεων πάνω σ' ένα έργο τέχνης δείχνει ότι το έργο είναι νέο, πολυσύνθετο και σφριγηλό.
Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό του.
Μπορούμε να συγχωρήσουμε έναν άνθρωπο γιατί έκανε ένα χρήσιμο πράγμα, στο βαθμό που δεν το θαυμάζει. Η μόνη δικαιολογία για να κάνει κάποιος ένα άχρηστο πράγμα είναι ότι το θαυμάζει απεριόριστα.
Όλη η τέχνη είναι εντελώς άχρηστη.
Όσκαρ Γουάλιντ
Σκοπός της τέχνης είναι να αποκαλύπτει τον εαυτό της και να κρύβει τον καλλιτέχνη.
Κριτικός είναι αυτός που μπορεί να μεταφράζει με έναν άλλο τρόπο ή σ' ένα νέο υλικό την εντύπωση που του δημιουργούν τα ωραία πράγματα.
Η υψηλότερη, όπως και η κατώτερη μορφή κριτικής είναι η αυτοβιογραφία.
Εκείνοι που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι κακό.
Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι καλλιεργημένοι. Γι' αυτούς υπάρχει ελπίδα.
Υπάρχουν οι εκλεκτοί για τους οποίους τα ωραία πράγματα σημαίνουν μόνο ομορφιά.
Δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο.
Η αντιπάθεια του δέκατου ένατου αιώνα για το Ρεαλισμό είναι η λύσσα του Κάλιμπαν που βλέπει το πρόσωπό του στον καθρέφτη.
Η ηθική ζωή του ανθρώπου αποτελεί μέρος του υλικού που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης, αλλά η ηθικότητα της τέχνης συνίσταται στην τέλεια χρήση ενός μέσου που δεν είναι τέλειο. Κανένας καλλιτέχνης δεν επιθυμεί να αποδείξει κάτι. Ακόμη και τα πράγματα που είναι αληθινά, μπορούν να αποδειχτούν.
Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει ηθικές συμπάθειες. Μια ηθική συμπάθεια σ' έναν καλλιτέχνη αποτελεί ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους.
Ένας καλλιτέχνης δε μπορεί ποτέ να είναι νοσηρός. Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράσει τα πάντα.
Η σκέψη και η γλώσσα είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του.
Η κακία και η αρετή είναι για τον καλλιτέχνη υλικό για την τέχνη του.
Από την άποψη της μορφής, ο τύπος για όλες τις τέχνες είναι η τέχνη της μουσικής. Από την άποψη του αισθήματος πρότυπο είναι η τέχνη του ηθοποιού.
Όλη η τέχνη είναι συγχρόνως επιφάνεια και σύμβολο.
Εκείνοι που προχωρούν πέρα από την επιφάνεια, το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.
Εκείνοι που διαβάζουν το σύμβολο το κάνουν με δικό τους κίνδυνο.
Είναι ο θεατής και όχι η ζωή, αυτό που αντικαθρεφτίζει στην πραγματικότητα η τέχνη.
Ο διχασμός των απόψεων πάνω σ' ένα έργο τέχνης δείχνει ότι το έργο είναι νέο, πολυσύνθετο και σφριγηλό.
Όταν οι κριτικοί διαφωνούν, ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό του.
Μπορούμε να συγχωρήσουμε έναν άνθρωπο γιατί έκανε ένα χρήσιμο πράγμα, στο βαθμό που δεν το θαυμάζει. Η μόνη δικαιολογία για να κάνει κάποιος ένα άχρηστο πράγμα είναι ότι το θαυμάζει απεριόριστα.
Όλη η τέχνη είναι εντελώς άχρηστη.
Όσκαρ Γουάλιντ
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009
ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Θυμάμαι ένα δοκίμιο του Πέτερ Χάντκε για την κούραση: περάσαμε το μεγαλύτερο κομμάτι της νιότης μας κουρασμένοι• άυπνοι• καλοταϊσμένοι• όταν ήμασταν φοιτητές, ρωτούσαμε, ξεψυχισμένα, ο ένας τον άλλον: «τι κάνεις;»• απαντούσαμε: «είμαι κουρασμένος• είμαι πτώμα». Καινούργια σχολική χρονιά• καινούργια χρονιά μετά από πολυήμερες διακοπές στα νησιά της άγονης γραμμής. Ελεύθερο κάμπινγκ στην Ανάφη, στην Αστυπάλαια, στη Γαύδο διακοπές παρατεταμένης ταλαιπωρίας• καταδικασμένα καλοκαιρινά ρομάντζα• εγκαύματα• τσιμπήματα εντόμων• διατροφικά ατυχήματα• άσχημα μεθύσια από νησιώτικες μπόμπες. Έπειτα, φθινόπωρο• φοιτητική υπερδραστηριότητα• μια εκδοχή της τεμπελιάς: στα καφενεία οι φοιτητές έπαιζαν τάβλι. Είχαμε ήδη κουραστεί από τις συνελεύσεις, τις διαδηλώσεις, τις ενεργητικές απεργίες των άλλων, όταν αρχίσαμε τις δικές μας. Συμμετείχα απρόθυμα• το σώμα μου βρισκόταν εκεί, η ψυχή μου απουσίαζε• ένιωθα βαθιά κούραση• έκλεινα τ’ αυτιά μου κάτω από τις ντουντούκες• στα αμφιθέατρα καθόμουν στο τελευταίο έδρανο ώστε να το σκάσω. Οι φοιτητές του Χημείου κάπνιζαν με πάθος άφιλτρα Καρέλια• μιλούσαν με πάθος• διαπληκτίζονταν• ωστόσο, το πάθος τους έλειπε. Όσο για μένα, ήμουν κουρασμένη• δεν ήμουν τίποτ’ άλλο. Μαθήματα γίνονταν σπάνια• κάναμε «απεργίες»• οι φοιτητές εκλάμβαναν τους εαυτούς τους ως προλεταρίους του πνεύματος. Πνεύμα δεν υπήρχε, υπήρχαν όμως παιδιά προλεταρίων. Ούτε απ’ αυτά ήμουν: ζούσα μια μικρή ζωή, φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Αισθανόμουν τον χρόνο να γλιστράει και να χάνεται για πάντα• με διακατείχε η επίμονη ιδέα της πτώσης, της αποσύνθεσης, ενός είδους ναυτίας σαν του Αντουάν Ροκαντέν ενώ κοιτάζει το κοτόπουλο να παγώνει στο πιάτο του. Life is very long: πολλοί το σκέφτονταν χωρίς να ξέρουν ότι ο T.Σ. Έλιοτ μπήκε στον κόπο να το γράψει. Ήμασταν είκοσι χρονών. Υπήρχαν συνδικαλιστές (οι περισσότεροι από τους οποίους έγιναν κυβερνητικά στελέχη, γραφειοκράτες και επιχειρηματίες) που έμοιαζαν πάνω από σαράντα: διέθεταν ενδογενή σοβαρότητα• gravitas• υπευθυνότητα• πίστευαν ότι ήταν επιφορτισμένοι με κάποια ιερή αποστολή• άκουγαν σε ελληνοπρεπή ονόματα (π.χ. Μήτσος)• τα υποκοριστικά απαγορεύονταν ως ξενόφερτα και φλούφλικα. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες• άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Σεπτέμβριος 1978: το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να περάσω τα μαθήματα• να μην κηρύξουμε απεργία, να μην κηρύξουν οι καθηγητές λοκ-άουτ. Στην πραγματικότητα, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να βλάψω, αν μπορούσα, όσο μπορούσα, τη βλακεία• τη βλακεία του ΚΚΕ, τη βλακεία των μαοϊκών• τη βλακεία της γαλάζιας γενιάς. Το εγχείρημα παραήταν φιλόδοξο, κι εξάλλου ήμουν κατάκοπη. Διέπρεπα στην τέχνη της λούφας• στην τέχνη του να μη γίνω πρόβατο. Γινόταν συχνά λόγος για πρόβατα και για το τι παθαίνει κανείς όταν απομακρύνεται από το μαντρί. Μας απειλούσαν: Θα σε φάει ο λύκος. Έχω την αίσθηση ότι έζησα σε καθεστώς σοβιετικής δικτατορίας.
Στην πόλη αντηχούσαν αντάρτικα τραγούδια• η Τρίτη Διεθνής• άλλα λεβέντικα• το σύνθημα «επιστροφή στις ρίζες» δεν είχε κανένα νόημα: ελάχιστοι είχαν απομακρυνθεί από το μαντρί και από τις ρίζες. Τα πάρτι (ακόμα και των αναρχικών• ιδιαίτερα των αναρχικών) κατέληγαν σε τσιφτετέλια, σε χορούς της κοιλιάς και σε ερωτικές ιστορίες που, με τη σειρά τους, κατέληγαν στον γάμο. 'Ένιωθα κουρασμένη ανάμεσα σε μικρούς τυράννους και άλλο τόσο μικρούς σαδιστές, που ήταν κουρασμένοι κι αυτοί: ήθελα να βάλω φωτιά στον κόσμο• είχα τα σπίρτα, δεν είχα το σπιρτόκουτο. Οι φοιτητές ήταν έρμαια μιας φρενήρους κινητικότητας, δεν είχαν χρόνο να ξεκουραστούν• δεν είχαν χρόνο να σκεφτούν. Αν στην Ευρώπη ο Μάης του ’68 ήταν μια εξέγερση και μια μέθη, το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν μια συμμόρφωση: η οριστική προσκόλληση στην πουριτανική νηφαλιότητα. Η έξαψη οφειλόταν στον φανατισμό, η αγωνιστικότητα στο μικροαστικό άγχος: ψωμί, παιδεία, ελευθερία. (Σωστά, αλλά πώς; Τι σημαίνουν άραγε αυτές οι λέξεις; Τι σημαίνουν; ) Κι όμως, οι φοιτητές δεν φοβούνταν την πείνα, την αμορφωσιά και την ανελευθερία: φοβούνταν την εντατικοποίηση της εκπαίδευσης, τον κίνδυνο να χρειαστεί να διαβάσουμε (να «κουραστούμε») για να πάρουμε πτυχίο. Κατά τη γνώμη των συνδικαλιστών, τα πτυχία έπρεπε να χαρίζονται• η «αστική γνώση» τούς φαινόταν άχρηστη. Τι άλλο φοβούνταν: μήπως, μετά την αποφοίτηση, δεν καταφέρουν να στήσουν την επιχείρησή τους• μήπως δεν βρουν θέση
δημοσίου υπαλλήλου• μήπως δεν τρυπώσουν πουθενά. «Τρύπωμα»: η σταθερή επιδίωξη του Νεοέλληνα. Η ατμόσφαιρα στο πανεπιστήμιο ήταν αποπνικτική• συχνά σημειώνονταν επεισόδια υστερίας: μέσα στα άθλια κτήρια, τα γεμάτα αφίσες και συνθήματα, ακούγονταν κραυγές• αρκούσε να ανεβώ τα σκαλιά του χημείου για να με κατακλύσει η κούραση. Μια φίλη μου με προμήθευε με κουπόνια σίτισης• έτρωγα στην εστία• μια φορά έπαθα δηλητηρίαση• μιαν άλλη το κρέας φωσφόριζε• το έσπρωξα πάνω στο τραπέζι. Η ναυτία του Αντουάν Ροκαντέν μπροστά στο κοτόπουλο. Οι περισσότεροι φοιτητές τρέφονταν με γύρο• πιτόγυρο (με «απ’ όλα»: τζατζίκι, πατάτες...). Σε μερικούς, η μάνα τους έστελνε δέμα απ’ το χωριό: κοφίνι. Πίτες, αβγά, ντομάτες γεμιστές, λάδι. Καθώς και τα ρούχα τους, πλυμένα και σιδερωμένα (κάπου-κάπου τα τζιν έρχονταν πίσω με τσάκιση). Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: μάνα είναι μόνο μία. Υπήρχαν και μερικά καλά: τις εγκυμοσύνες τις κάναμε εκτρώσεις• κι όσο για τα λεφτά, λίγοι είχαν προλάβει να γίνουν παραδόπιστοι• δανείζαμε λεφτά και μηχανάκια• ήμασταν φιλόξενοι. Αφήναμε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα. Με τα χρόνια, οι κατάκοποι φοιτητές έγιναν κατάκοποι επαγγελματίες: όταν τους ρωτάς «τι κάνεις;», απαντούν «Αγώνας! Αγώνας!» Δεν εννοούν κοινωνικός αγώνας. Όχι.
Σώτη Τριανταφύλλου
Στην πόλη αντηχούσαν αντάρτικα τραγούδια• η Τρίτη Διεθνής• άλλα λεβέντικα• το σύνθημα «επιστροφή στις ρίζες» δεν είχε κανένα νόημα: ελάχιστοι είχαν απομακρυνθεί από το μαντρί και από τις ρίζες. Τα πάρτι (ακόμα και των αναρχικών• ιδιαίτερα των αναρχικών) κατέληγαν σε τσιφτετέλια, σε χορούς της κοιλιάς και σε ερωτικές ιστορίες που, με τη σειρά τους, κατέληγαν στον γάμο. 'Ένιωθα κουρασμένη ανάμεσα σε μικρούς τυράννους και άλλο τόσο μικρούς σαδιστές, που ήταν κουρασμένοι κι αυτοί: ήθελα να βάλω φωτιά στον κόσμο• είχα τα σπίρτα, δεν είχα το σπιρτόκουτο. Οι φοιτητές ήταν έρμαια μιας φρενήρους κινητικότητας, δεν είχαν χρόνο να ξεκουραστούν• δεν είχαν χρόνο να σκεφτούν. Αν στην Ευρώπη ο Μάης του ’68 ήταν μια εξέγερση και μια μέθη, το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν μια συμμόρφωση: η οριστική προσκόλληση στην πουριτανική νηφαλιότητα. Η έξαψη οφειλόταν στον φανατισμό, η αγωνιστικότητα στο μικροαστικό άγχος: ψωμί, παιδεία, ελευθερία. (Σωστά, αλλά πώς; Τι σημαίνουν άραγε αυτές οι λέξεις; Τι σημαίνουν; ) Κι όμως, οι φοιτητές δεν φοβούνταν την πείνα, την αμορφωσιά και την ανελευθερία: φοβούνταν την εντατικοποίηση της εκπαίδευσης, τον κίνδυνο να χρειαστεί να διαβάσουμε (να «κουραστούμε») για να πάρουμε πτυχίο. Κατά τη γνώμη των συνδικαλιστών, τα πτυχία έπρεπε να χαρίζονται• η «αστική γνώση» τούς φαινόταν άχρηστη. Τι άλλο φοβούνταν: μήπως, μετά την αποφοίτηση, δεν καταφέρουν να στήσουν την επιχείρησή τους• μήπως δεν βρουν θέση
δημοσίου υπαλλήλου• μήπως δεν τρυπώσουν πουθενά. «Τρύπωμα»: η σταθερή επιδίωξη του Νεοέλληνα. Η ατμόσφαιρα στο πανεπιστήμιο ήταν αποπνικτική• συχνά σημειώνονταν επεισόδια υστερίας: μέσα στα άθλια κτήρια, τα γεμάτα αφίσες και συνθήματα, ακούγονταν κραυγές• αρκούσε να ανεβώ τα σκαλιά του χημείου για να με κατακλύσει η κούραση. Μια φίλη μου με προμήθευε με κουπόνια σίτισης• έτρωγα στην εστία• μια φορά έπαθα δηλητηρίαση• μιαν άλλη το κρέας φωσφόριζε• το έσπρωξα πάνω στο τραπέζι. Η ναυτία του Αντουάν Ροκαντέν μπροστά στο κοτόπουλο. Οι περισσότεροι φοιτητές τρέφονταν με γύρο• πιτόγυρο (με «απ’ όλα»: τζατζίκι, πατάτες...). Σε μερικούς, η μάνα τους έστελνε δέμα απ’ το χωριό: κοφίνι. Πίτες, αβγά, ντομάτες γεμιστές, λάδι. Καθώς και τα ρούχα τους, πλυμένα και σιδερωμένα (κάπου-κάπου τα τζιν έρχονταν πίσω με τσάκιση). Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: μάνα είναι μόνο μία. Υπήρχαν και μερικά καλά: τις εγκυμοσύνες τις κάναμε εκτρώσεις• κι όσο για τα λεφτά, λίγοι είχαν προλάβει να γίνουν παραδόπιστοι• δανείζαμε λεφτά και μηχανάκια• ήμασταν φιλόξενοι. Αφήναμε τα κλειδιά πάνω στην πόρτα. Με τα χρόνια, οι κατάκοποι φοιτητές έγιναν κατάκοποι επαγγελματίες: όταν τους ρωτάς «τι κάνεις;», απαντούν «Αγώνας! Αγώνας!» Δεν εννοούν κοινωνικός αγώνας. Όχι.
Σώτη Τριανταφύλλου
Στον κόσμο σας...
διψάω σαν ψάρι στο βυθό
κι ασφυκτιώ σα συννεφάκι
μέσα στον καθαρό ουρανό...
Γιάννης Αγγελάκας
κι ασφυκτιώ σα συννεφάκι
μέσα στον καθαρό ουρανό...
Γιάννης Αγγελάκας
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ
Το βιτριόλι σου πήρε τη φωνή,
σε μας έκαψε την καρδιά,
γι αυτό θα φωνάζουμε εμείς για σένα...
σε μας έκαψε την καρδιά,
γι αυτό θα φωνάζουμε εμείς για σένα...
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009
ΒΟΡΕΙΟ ΣΕΛΑΣ
Είσαι παντού, ακόμα κι εδώ στα υπερβόρεια που έφτασα με κυνηγάς.
Του σέλαος η ηλεκτροφόρα σκόνη, ζωγραφίζει το πρόσωπό σου
στο νυχτερινό ουρανό.
Του σέλαος η ηλεκτροφόρα σκόνη, ζωγραφίζει το πρόσωπό σου
στο νυχτερινό ουρανό.
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Αναπνέω καυσαέρια αυτοκινήτων.
Οι άγνωστοι με προσπερνάνε βιαστικά.
Στη γωνία η πουτάνα το κορμί πουλάει
και δίπλα ο μαύρος το σιντί.
Πιο κάτω ο πρεζάκιας παραπατάει,
ήπιε ηρωίνη σήμερα πρωί πρωί.
Πλανόδιο πακιστανό στο τμήμα
ο αστυνομικός τραβολογάει
πούλαγε παράνομα γυαλιά.
Στα χαρτόκουτα ο άστεγος ξυπνάει
και για να φάει ζητάει τα λεφτά.
Το κύμα των απεργών
αχολογάει στην πορεία
για καλύτερη δουλειά.
Ζητάδες ΜΑΤ και ασφαλίτες
περιφρουρούν ανάρχες
που διαδηλώνουν "ειρηνικά".
Οι κάμερες κινήσεις καταγράφουν
δημόσια τάξη, ειρήνη και ασφάλεια.
Αλλά τι με νοιάζουν εμένα αυτά,
θα τα ξεχάσω όλα σύντομα.
Καφέ θα πίνω στου Διογένη το Φανάρι
με θέα τα λαμπερά αρχαία μάρμαρα.
Οι άγνωστοι με προσπερνάνε βιαστικά.
Στη γωνία η πουτάνα το κορμί πουλάει
και δίπλα ο μαύρος το σιντί.
Πιο κάτω ο πρεζάκιας παραπατάει,
ήπιε ηρωίνη σήμερα πρωί πρωί.
Πλανόδιο πακιστανό στο τμήμα
ο αστυνομικός τραβολογάει
πούλαγε παράνομα γυαλιά.
Στα χαρτόκουτα ο άστεγος ξυπνάει
και για να φάει ζητάει τα λεφτά.
Το κύμα των απεργών
αχολογάει στην πορεία
για καλύτερη δουλειά.
Ζητάδες ΜΑΤ και ασφαλίτες
περιφρουρούν ανάρχες
που διαδηλώνουν "ειρηνικά".
Οι κάμερες κινήσεις καταγράφουν
δημόσια τάξη, ειρήνη και ασφάλεια.
Αλλά τι με νοιάζουν εμένα αυτά,
θα τα ξεχάσω όλα σύντομα.
Καφέ θα πίνω στου Διογένη το Φανάρι
με θέα τα λαμπερά αρχαία μάρμαρα.
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ
Στο μάθημα της φυσικής ο καθηγητής έχει κανονίσει προφορική εξέταση στο γραφείο του, κάθε φοιτητής μπαίνει μόνος του μέσα.
-Βρίσκεσαι σε ένα τραίνο που τρέχει με α χιλιόμετρα την ώρα και ζεσταίνεσαι,τι κάνεις? ρωτάει ο καθηγητής.
-Ανοίγω το παράθυρο απαντάει ο φοιτητής.
-Αφού άνοιξες το παράθυρο, βρες μου τη δύναμη αντίστασης του ανέμου, τη νέα ταχύτητα του τραίνου και τη μεταβολή της τριβής ανάμεσα στους τροχούς και τις ράγες, λέει ο καθηγητής.
Ο φοιτητής δεν καταφέρνει να απαντήσει και κόβεται. Το ίδιο και πολλοί άλλοι ακόμα.
Ώσπου μπαίνει και άλλος ένας φοιτητής.
Ο καθηγητής του κάνει την ίδια ερώτηση με το τραίνο.
-Θα βγάλω το σακάκι μου λέει ο φοιτητής.
-Ζεσταίνεσαι πιο πολύ
-Θα βγάλω και τη μπλούζα μου
-Ζεσταίνεσαι ακόμα πιο πολύ
-Θα βγάλω και τη φανέλα μου
-Ρε ζεσταίνεσαι πάρα πάρα πολύ, τι θα κάνεις?
- Θα βγάλω και το παντελόνι μου
Ο καθηγητής τρελαίνεται:
-Ρε ζεσταίνεσαι τόσο πολύ που δεν αντέχεις, σκας, πεθαίνεις από τη ζέστη!
-Θα βγάλω και το σώβρακο μου λέει ο φοιτητής
Ο καθηγητής έξαλλος του λέει:
-Πες ότι κάθεται ένας αράπης απέναντί σου και μόλις βγάλεις το σώβρακο σου θα σε γαμήσει, τι θα κάνεις?
Και του απαντάει ο φοιτητής:
-Κύριε καθηγητά εδώ και πόσα χρόνια προσπαθώ να περάσω το μάθημά σας και να πάρω πτυχίο, αλλά συνέχεια με κόβετε, οπότε και όλο το τραίνο να με γαμήσει, το παράθυρο δεν το ανοίγω!
-Βρίσκεσαι σε ένα τραίνο που τρέχει με α χιλιόμετρα την ώρα και ζεσταίνεσαι,τι κάνεις? ρωτάει ο καθηγητής.
-Ανοίγω το παράθυρο απαντάει ο φοιτητής.
-Αφού άνοιξες το παράθυρο, βρες μου τη δύναμη αντίστασης του ανέμου, τη νέα ταχύτητα του τραίνου και τη μεταβολή της τριβής ανάμεσα στους τροχούς και τις ράγες, λέει ο καθηγητής.
Ο φοιτητής δεν καταφέρνει να απαντήσει και κόβεται. Το ίδιο και πολλοί άλλοι ακόμα.
Ώσπου μπαίνει και άλλος ένας φοιτητής.
Ο καθηγητής του κάνει την ίδια ερώτηση με το τραίνο.
-Θα βγάλω το σακάκι μου λέει ο φοιτητής.
-Ζεσταίνεσαι πιο πολύ
-Θα βγάλω και τη μπλούζα μου
-Ζεσταίνεσαι ακόμα πιο πολύ
-Θα βγάλω και τη φανέλα μου
-Ρε ζεσταίνεσαι πάρα πάρα πολύ, τι θα κάνεις?
- Θα βγάλω και το παντελόνι μου
Ο καθηγητής τρελαίνεται:
-Ρε ζεσταίνεσαι τόσο πολύ που δεν αντέχεις, σκας, πεθαίνεις από τη ζέστη!
-Θα βγάλω και το σώβρακο μου λέει ο φοιτητής
Ο καθηγητής έξαλλος του λέει:
-Πες ότι κάθεται ένας αράπης απέναντί σου και μόλις βγάλεις το σώβρακο σου θα σε γαμήσει, τι θα κάνεις?
Και του απαντάει ο φοιτητής:
-Κύριε καθηγητά εδώ και πόσα χρόνια προσπαθώ να περάσω το μάθημά σας και να πάρω πτυχίο, αλλά συνέχεια με κόβετε, οπότε και όλο το τραίνο να με γαμήσει, το παράθυρο δεν το ανοίγω!
ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ...
Πριν την εξέταση...
-Θα κατέβεις?
-Μπααα
-Κατέβα ρε μαλάκα, είναι εύκολο, έτσι περνάς!
Μετά από μερικές ώρες...
-Κατέβηκες?
-Κατέβηκα
-Και?
-Σκατά...
-Γιατί?
-Δεν έβαλε αυτά που έγραψα στο θρανίο...
Την άλλη και την παρ άλλη και την παραπάνω μέρα...
Βγάζω σημειώσεις, κατεβάζω ηλεκτρονικές σημειώσεις, διαβάζω θεωρία και ασκήσεις από το βιβλίο, γράφω σκονάκια στο θρανίο, περιμένω να περάσω...
Μετά από πολλές μέρες...
3,3,3,4,4,5
Ευτυχώς κι ένα 5...
Άντε και καλό πτυχίο!!!
-Θα κατέβεις?
-Μπααα
-Κατέβα ρε μαλάκα, είναι εύκολο, έτσι περνάς!
Μετά από μερικές ώρες...
-Κατέβηκες?
-Κατέβηκα
-Και?
-Σκατά...
-Γιατί?
-Δεν έβαλε αυτά που έγραψα στο θρανίο...
Την άλλη και την παρ άλλη και την παραπάνω μέρα...
Βγάζω σημειώσεις, κατεβάζω ηλεκτρονικές σημειώσεις, διαβάζω θεωρία και ασκήσεις από το βιβλίο, γράφω σκονάκια στο θρανίο, περιμένω να περάσω...
Μετά από πολλές μέρες...
3,3,3,4,4,5
Ευτυχώς κι ένα 5...
Άντε και καλό πτυχίο!!!
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Ξέρω πως θα είναι ο θάνατος.
Και θα 'χω αφήσει τόσα πίσω
ιδέες, αποφάσεις
και αυτή η συγκατοίκηση με το Μπαχ
που ήταν ασφυκτική.
Κι ένας ακόμα άγνωστος
θα μείνει με τους αγνώστους.
Μπορεί και να θυμάμαι
τα χέρια σου, τα μάτια σου,
την πέτρα που έσκυψες και μάζεψες
δίπλα απ' τη θάλασσα.
Γι αυτό σου λέω, ξέρω πως θα 'ναι ο θάνατος
μια απλή βραδιά, όπως οι άλλες.
Περικλής Κοροβέσης
Και θα 'χω αφήσει τόσα πίσω
ιδέες, αποφάσεις
και αυτή η συγκατοίκηση με το Μπαχ
που ήταν ασφυκτική.
Κι ένας ακόμα άγνωστος
θα μείνει με τους αγνώστους.
Μπορεί και να θυμάμαι
τα χέρια σου, τα μάτια σου,
την πέτρα που έσκυψες και μάζεψες
δίπλα απ' τη θάλασσα.
Γι αυτό σου λέω, ξέρω πως θα 'ναι ο θάνατος
μια απλή βραδιά, όπως οι άλλες.
Περικλής Κοροβέσης
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ
Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ' αγαπάει.
Θα 'θελε να' χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ' έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δε μπορώ ούτε μπορεί να τη σταματήσει.
Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.
Μάνος Χατζιδάκις
Θα 'θελε να' χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ' έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δε μπορώ ούτε μπορεί να τη σταματήσει.
Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.
Μάνος Χατζιδάκις
ΝΑ ' ΜΟΥΝ ΑΕΡΑΣ
Να' μουν αέρας να βρεθώ
μέσα στην αγκαλιά σου
γύρω από σένα ν΄απλωθώ
να γίνω η μυρωδιά σου.
Έτσι κι δυο μαζί
πάντα να προχωράμε
γιατί σ' αυτή τη γη
μόνοι μας δε χωράμε.
μέσα στην αγκαλιά σου
γύρω από σένα ν΄απλωθώ
να γίνω η μυρωδιά σου.
Έτσι κι δυο μαζί
πάντα να προχωράμε
γιατί σ' αυτή τη γη
μόνοι μας δε χωράμε.
Η ζωή μας είναι σουγιαδιές σε βρώμικα αδιέξοδα.
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα, μπάσο βεστιάριο,
μυρουδιές από κάτουρα, αντισηπτικά και χαλασμένα σπέρματα,
ξεσκισμένες αφίσες.
Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!
Κατερίνα Γώγου
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα, μπάσο βεστιάριο,
μυρουδιές από κάτουρα, αντισηπτικά και χαλασμένα σπέρματα,
ξεσκισμένες αφίσες.
Πάνω κάτω, πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων.
Εμείς εκεί μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε στην ίδια διαδρομή.
Ξεφτίλα, μοναξιά, απελπισία κι ανάποδα.
Εντάξει, δεν κλαίμε, μεγαλώσαμε.
Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας και καπνίζουμε.
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες,
ρουφιάνους και περιπολικά.
Γι αυτό σου λέω, την άλλη φορά που θα μας ρίξουνε, να μην την κοπανήσουμε.
Να ζυγιαστούμε!
Μην ξεπουλήσουμε φτηνά το τομάρι μας ρε!
Κατερίνα Γώγου
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ
Λένε ο έρωτας απελευθερώνει, η αγάπη είναι ελευθερία. Κι εγώ σε σκότωσα όταν μου είπες ότι δε μ' αγαπάς, ότι δεν είσαι πια ερωτευμένη μαζί μου. Έτσι είναι, ελευθερία ή θάνατος...
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ
Είσαι εδώ δίπλα μου,
νιώθω την αύρα σου.
Γυρίζω να σε δω
να σε αγγίξω,
δεν είσαι πουθενά!
Κι όμως είμαι σίγουρος!
Ήσουν τώρα να εδώ!
Ύστερα κατάλαβα,
θα είσαι για πάντα
εδώ κοντά μου.
Χωρίς να υπάρχεις...
νιώθω την αύρα σου.
Γυρίζω να σε δω
να σε αγγίξω,
δεν είσαι πουθενά!
Κι όμως είμαι σίγουρος!
Ήσουν τώρα να εδώ!
Ύστερα κατάλαβα,
θα είσαι για πάντα
εδώ κοντά μου.
Χωρίς να υπάρχεις...
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009
ΘΥΜΑΜΑΙ
Θυμάμαι το πρόσωπό σου, τη φωνή σου
Θυμάμαι τα λόγια και τα έργα σου
Θυμάμαι την καρδιά σου να χτυπά
Όσο σε θυμάμαι, ζεις...
Θυμάμαι τα λόγια και τα έργα σου
Θυμάμαι την καρδιά σου να χτυπά
Όσο σε θυμάμαι, ζεις...
ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ
Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά,
Όπως να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ' όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θάχεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.
Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ' έναν τοίχο με τα χέρια σου
δεμένα
Ή μέσα στ' αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
Θα πεθάνεις για να ζήσουνε οι ανθρώποι
Οι ανθρώποι που ποτές δε θάχεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό
απ' τη ζωή δεν είναι.
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τόνε πιστεύεις
Όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει περισσότερο στην πλάστιγγα.
Ναζίμ Χικμέτ
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά,
Όπως να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ' όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θάχεις άλλο πάρεξ μοναχά να ζεις.
Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ' έναν τοίχο με τα χέρια σου
δεμένα
Ή μέσα στ' αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
Θα πεθάνεις για να ζήσουνε οι ανθρώποι
Οι ανθρώποι που ποτές δε θάχεις δει το πρόσωπό τους
Και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό
απ' τη ζωή δεν είναι.
Πρέπει να τήνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τόνε πιστεύεις
Όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει περισσότερο στην πλάστιγγα.
Ναζίμ Χικμέτ
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ
Εις τον Θεόκριτο παραπονιούταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης
"Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ' ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, ειν' υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα
κι απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι,
ποτέ δε θ' ανεβώ ο δυστυχισμένος."
Ειπ' ο Θεόκριτος "Αυτά τα λόγια βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να' σαι περήφανος κ' ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νά' σαι
πολίτης στον ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα."
Κωνσταντίνος Καβάφης
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης
"Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ' ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, ειν' υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα
κι απ' το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι,
ποτέ δε θ' ανεβώ ο δυστυχισμένος."
Ειπ' ο Θεόκριτος "Αυτά τα λόγια βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να' σαι περήφανος κ' ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νά' σαι
πολίτης στον ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα."
Κωνσταντίνος Καβάφης
ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο
σου το' χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλια μας, Μαλάμω!
Γιώργος Σεφέρης
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο
σου το' χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλια μας, Μαλάμω!
Γιώργος Σεφέρης
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009
ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ
Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δωσ' μου το χέρι σου..
Δωσ' μου το χέρι σου..
Τάσος Λειβαδίτης
Χωρίς αποσκευές
Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δωσ' μου το χέρι σου..
Δωσ' μου το χέρι σου..
Τάσος Λειβαδίτης
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009
ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΛΗΣΤΗΣ
Αν με πηγαίναν αύριο στην κρεμάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θ'πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει
Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο
Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει
Νίκος Γκάτσος
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
ξέρω ποιανού το δάκρυ στάλα στάλα
θ'πεφτε από τα μάτια τα μεγάλα
μανούλα μου μανούλα δόλια μάνα
Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει
Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο
Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει
Νίκος Γκάτσος
ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΙΝΑΜΕ (Για την 24η Νοέμβρη)
Εμείς που μείναμε
στο χώμα το σκληρό
για τους νεκρούς
θ' ανάψουμε λιβάνι
κι όταν χαθεί
μακριά το καραβάνι
του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη,
στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.
Εμείς που μείναμε
θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,
ένα τσαμπί σταφύλι από τ' αμπέλι
και δίχως πια του φόβου το τριβέλι,
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.
Εμείς που μείναμε
θα βγούμε μια βραδιά
στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
και πριν για πάντα
η νύχτα να μας πάρει
θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι
και κούνια για τ' αγέννητα παιδιά.
Νίκος Γκάτσος
στο χώμα το σκληρό
για τους νεκρούς
θ' ανάψουμε λιβάνι
κι όταν χαθεί
μακριά το καραβάνι
του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη,
στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.
Εμείς που μείναμε
θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,
ένα τσαμπί σταφύλι από τ' αμπέλι
και δίχως πια του φόβου το τριβέλι,
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.
Εμείς που μείναμε
θα βγούμε μια βραδιά
στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
και πριν για πάντα
η νύχτα να μας πάρει
θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι
και κούνια για τ' αγέννητα παιδιά.
Νίκος Γκάτσος
ΑΝΘΡΩΠΑΚΙΑ ΤΟΥ ΣΩΛΗΝΑ
Είμαι μια στάμνα ραγισμένη
έν' ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.
Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια,
είδα κι άλλόκοτους προφήτες
με κούφια χρυσωμένα λόγια.
Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
Ανάστασή έχω κάνει τ΄ όνειρό μου
και μέσ' από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.
Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.
Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα, Ψαρά και Γαλαξείδι.
Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
Ανάστασή έχω κάνει τ΄ όνειρό μου
και μέσ΄ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει
Νίκος Γκάτσος
έν' ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.
Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια,
είδα κι άλλόκοτους προφήτες
με κούφια χρυσωμένα λόγια.
Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
Ανάστασή έχω κάνει τ΄ όνειρό μου
και μέσ' από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.
Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.
Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα, Ψαρά και Γαλαξείδι.
Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
Ανάστασή έχω κάνει τ΄ όνειρό μου
και μέσ΄ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει
Νίκος Γκάτσος
ΦΥΣΑΕΙ
Το έθνος μας απειλείται!
Υπέρ βωμών και εστιών.
Μα πρέπει να συντομεύουμε Εξοχότατε,
μας περιμένουν για το τσάι!
Εν θα ουκ εστί πόνος ου λύπη;
Ένας ζητιάνος ξύνει τ' αχαμνά του.
Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει στο χιονόνερο;
Ο υπουργός χειρονομεί, μια γριά σταυροκοπιέται.
Κύριε των δυνάμεων!!!
Των δυτικών, βέβαια, δυνάμεων.
Σκασμός ,σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Τα γάντια χειροκροτούν,
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα,
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους,
δυο αστυνόμοι τρέχουν.
Ποιος είναι;
Τίποτα, τίποτα.
Ποιος είναι;
Ένας άνεργος λιποθύμησε. Τίποτα.
Μπορεί και να πέθανε. Τίποτα.
Σκασμός!!! Σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Πρέπει να εξοπλισθώμεν δια να διασφαλίσουμε
την ασφάλεια του έθνους...
Μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες;
Ω! sorry! Ε, με συγχωρείτε!
Η ελευθερία της πατρίδας ήθελα να πω;
S. O. S.
Φυσάει, φυσάει απόψε φυσάει.
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει?.
S.O.S.
Δως μου το χέρι σου φυσάει;
Δως μου το χέρι σου
Τάσος Λειβαδίτης
Υπέρ βωμών και εστιών.
Μα πρέπει να συντομεύουμε Εξοχότατε,
μας περιμένουν για το τσάι!
Εν θα ουκ εστί πόνος ου λύπη;
Ένας ζητιάνος ξύνει τ' αχαμνά του.
Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει στο χιονόνερο;
Ο υπουργός χειρονομεί, μια γριά σταυροκοπιέται.
Κύριε των δυνάμεων!!!
Των δυτικών, βέβαια, δυνάμεων.
Σκασμός ,σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Τα γάντια χειροκροτούν,
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα,
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους,
δυο αστυνόμοι τρέχουν.
Ποιος είναι;
Τίποτα, τίποτα.
Ποιος είναι;
Ένας άνεργος λιποθύμησε. Τίποτα.
Μπορεί και να πέθανε. Τίποτα.
Σκασμός!!! Σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Πρέπει να εξοπλισθώμεν δια να διασφαλίσουμε
την ασφάλεια του έθνους...
Μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες;
Ω! sorry! Ε, με συγχωρείτε!
Η ελευθερία της πατρίδας ήθελα να πω;
S. O. S.
Φυσάει, φυσάει απόψε φυσάει.
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει?.
S.O.S.
Δως μου το χέρι σου φυσάει;
Δως μου το χέρι σου
Τάσος Λειβαδίτης
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009
ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΟΚΡΙΝΟ
Γη μου, η μοίρα σου χαραγμένη στην πέτρα.
Δε θα μείνει από σένα παρά μόνο απίστευτοι μύθοι
και ο ήχος του απόλυτου χρόνου.
Ω χρόνε! εσύ στο παν, εσύ στο τίποτα!
κι εγώ υιός του Ατέρμονα!
Νίκος Καλογερόπουλος
Δε θα μείνει από σένα παρά μόνο απίστευτοι μύθοι
και ο ήχος του απόλυτου χρόνου.
Ω χρόνε! εσύ στο παν, εσύ στο τίποτα!
κι εγώ υιός του Ατέρμονα!
Νίκος Καλογερόπουλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





